Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

ΣΗΜΕΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ ΣΤΟ GORDON SETTER




Το Κεφάλι :
Μυτερό - σουβλερό, με το ρύγχος κυρτό προς τα πάνω ή προς τα κάτω, με μικρό ή μεγάλο στόμα.

Τα Μάτια :
Ανοιχτόχρωμα μάτια, πολύ βαθιά τοποθετημένα ή προτεταμένα.

Τα Αυτιά :
Τοποθετημένα πολύ ψηλά ή ασυνήθιστα πλατιά ή βαριά.

Ο Λαιμός :
Αδύνατος και κοντός

Ώμοι & Νώτα :
Ακανόνιστου σχήματος

Στήθος :
Πολύ φαρδύ

Πόδια & Πέλματα :
Κυρτά πόδια. Αγκώνες κλείνωντες προς τα έξω. Ανοιχτά δάχτυλα, πλατυποδία.

Η Ουρά :
Πολύ μακριά, άσχημα φερόμενη ή αγκιστροειδής στο τέλος.

Μανδύας (Τρίχωμα) :
Σγουρό σαν μαλλί, όχι λαμπερό.

Το Χρώμα :
Σταχένιο χρώμα αντί για πύρινο ή χωρίς καθαρά ορισμένες γραμμές μεταξύ των διαφορετικών χρωμάτων. Άσπρα πέλματα. Πολύ άσπρο στο στήθος. Στο μαύρο δεν πρέπει να υπάρχουν καφέ(πύρινου χρώματος) τρίχες.

Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

ΓΚΟΡΝΤΟΝ ΣΕΤΤΕΡ & ΙΣΤΟΡΙΑ





Μία φυλή που ξεκινάει από την Σκωτία και την μεγάλη κυνηγετικής της ιστορία .
Μία φυλή που μοιάζει στα κυρίαρχα χαρακτηριστικά των ίδιων των σκοτζέζων ,
αντοχή , αγριάδα αλλά και απλότητα , συναίσθημα , πίστη.

Το Γκόρντον Σέττερ η όπως ήταν γνωστό τα πρώτα χρόνια "Black and Tan", είναι η μοναδική ράτσα σκυλιών φέρμας της Σκοτίας και έχει αρκετά από τα χαρακτηριστικά των Ιρλανδέζικων και των Εγγλέζικων Σέττερ και μερικά πολύ ιδιαίτερα δικά του. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που δείχνουν ότι το " Black and Tan" υπάρχει από το 1600, αλλά ήταν ο 4ος Δούκας Alexander Gordon που καθιέρωσε την ράτσα .

Πέθανε σε ηλικία 84 ετών το 1827. Ανέδειξε και έδωσε το όνομα του στην σπουδαία του στην σπουδαία αυτή ράτσα στο κάστρο της οικογένειας Gordon που βρίσκετε μερικά μίλια μακριά από τις βόρειες ακτές του Fochabers και κοντά στον ποταμό Spay. Χωρίς να είναι γενικά αποδεκτές οι φήμες της εποχής λένε , ότι ο Δούκας Alexander την εποχή που εκείνος είχε διάφορα Σέττερ , έμαθε και διαπίστωσε και ο ίδιος, ότι η σκύλα ενός βοσκού (Collie), έβρισκε σχεδόν αλάνθαστα τα grouse, εκεί που πολλές φορές τα δικά του Σέττερ είχαν αποτυχίες. Έτσι αποφάσισε να διασταυρώσει την σκύλα του βοσκού με δικά του "Black and Tan" βάζοντας τις βάσεις για το Γκόρντον Σέττερ. Μετά τον θάνατο και του 5ου Δούκα του Γκόρντον , τα σκυλιά του κάστρου πουλήθηκαν, αλλά αργότερα επανήλθε και συνέχισε να αναπαράγεται στο κάστρο , από τον 6ον Δούκα τον "Duke of Richmond and Gordon"

Εκείνη την εποχή ο στόχος ήταν ποιος έχει τα πιο τέλεια στην εργασία Σέττερ, αλλά λίγα χρόνια αργότερα έγιναν της μόδας οι εκθέσεις και οι αγώνες και έτσι όλοι στόχευαν στα καλά κυνηγετικά χαρακτηριστικά , αλλά και στην ομορφιά και στην ομορφιά και στην εξυπνάδα . Έτσι στην πρώτη επίσημη έκθεση , στο Newcastle το 1859, το πρώτο βραβείο στα Σέττερ δόθηκε στο Γκόρντον " Dandie" του Mr Jobling. Αργότερα το 1863 στο Southill στους πρώτους αγώνες "Field Trial" τις πρώτες τρεις θέσεις κατέλαβαν Γκόρντον Σέττερ. Σαν ράτσα τα Γκόρντον αργούν να ωριμάσουν , δείχνουν τα προτερήματα τους περίπου σε ηλικία 3 ετών. Εκτός από την εξαιρετική τους από επίδοση στο κυνήγι, είναι σχεδόν τέλεια σκυλιά για την οικογένεια και το σπίτι.

Αγαπάνε με πάθος την οικογένεια , προσέχουν και είναι επιφυλακτικά με τους ξένους η τους απρόσκλητους επισκέπτες , ενώ η ιδιαίτερη εξυπνάδα τους , τα κάνει να ξεχωρίζουν αμέσως και να αποδέχονται τους φίλους . Θα πρέπει να ξέρουν αυτοί που αποκτούν ένα Γκόρντον ότι χρειάζεται "σφικτή" και προσεκτική εκπαίδευση στα κουτάβια για μεγάλο σχετικά χρόνο για να είναι σίγουροι ότι θα έχουν ένα αφοσιωμένο, έξυπνο και εργατικό κυνηγετικό σκύλο.

ΣΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Αυτός ο σκύλος φέρμας είναι πολύ καλός στην πεδιάδα και εξαιρετικός στα δύσβατα εδάφη. Στο δάσος κυνηγάει αποτελεσματικά την μπεκάτσα, ενώ είναι πολύ άξιος στο έλος. Έχει αυστηρές φέρμες και συγκρατημένες κινήσεις. Συνήθως, εκδηλώνει τα στοιχεία του χαρακτήρα του από πολύ μικρή ηλικία. Θαρραλέος στο κυνήγι και ευχάριστος στο σπίτι. Ευγενικός με τα παιδιά και, λόγω του ανεπτυγμένου ενστίκτου ιδιοκτησίας, μπορεί να γίνει και πολύ καλός φύλακας».



Ορτύκι
Το γκόρντον σέττερ είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των βρετανικών και ηπειρωτικών δεικτών. Εργασιακά πιο μεθοδικός σκύλος και πιο συγκρατημένος από το αγγλικό σέττερ, λίγο μικρότερης ταχύτητας, ευρείας έρευνας με πολύ ανεπτυγμένη αίσθηση του θηράματος, με μεγάλη αντοχή και προσαρμοστικότητα, πιο σοβαρός και επιβλητικός στο θήραμα, απόλυτα συνεργάσιμος με πολύ καλή φέρμα και επαναφορά.
Υπέρ: Έχει πιο μεθοδική έρευνα, μεγάλη επαφή και συνεργασία, μεγάλο κυνηγετικό πάθος, αξιοσημείωτη αποτελεσματικότητα, σοβαρό χαρακτήρα, μεγάλη αντίληψη κληρονομικά, πολύ καλή επαναφορά θηράματος, μεγάλη αντοχή, εύκολη εκπαίδευση, πολύ αποδοτικό στο συγκεκριμένο κυνήγι.
Κατά: Το μακρύ και πυκνό του τρίχωμα τις πολύ ζεστές μέρες .





Πέρδικα
Η συγκρατημένη σε ταχύτητα κίνησή του, η μεγάλη του εξυπνάδα, το κυνηγετικό του πάθος, η σωματική του κατασκευή, η μεγάλη του αντοχή στη κόπωση, η μεγάλη αίσθηση θηράματος, η επιφυλακτικότητα, το μπλοκάρισμα και η άμεση επαφή με το θήραμα, το καθιστούν άξιο αντίπαλο με το συγκεκριμένο θήραμα.
Υπέρ: Μεγάλη προσαρμοστικότητα σε όλα τα εδάφη, μεγαλύτερη αντοχή σε δύσκολα και πολύ βραχώδη βουνά, μεγαλύτερη ευχέρεια σε πυκνά σημεία, πολύ καλή μύτη και φέρμα, άριστη παρακολούθηση, πολύ καλό απόρτ, ιδανικό για δύσπιστα ή πολυκυνηγεμένα θηράματα.
Κατά: Περισσότερος χρόνος προετοιμασίας για φυσική κατάσταση, η υπερβολική ζέστη.




Μπεκάτσα
Εάν το δάσος είναι το σπίτι του αγγλικού σέττερ, για το γκόρντον το δάσος είναι το βασίλειό του και σαν βασιλιάς κυριαρχεί σε όλες τις αντιξοότητες και δυσκολίες που τυχόν αντιμετωπίζει, από θέμα κλίματος και εδαφικών συνθηκών καθώς και από συμπεριφορά και δυσπιστία θηράματος.
Υπέρ: Πιστεύω πως συγκεντρώνει αναμφισβήτητα τα περισσότερα κυνηγετικά στοιχεία για το συγκεκριμένο κυνήγι, λόγω εργασιακού στυλ, τρόπους σκέψης, απόλυτης επαφής, αξιοσημείωτης εξυπνάδας, μεγάλου κυνηγετικού πάθος, επιβολής της παρουσίας του στο θήραμα, ευχέρεια κίνησης στο πυκνό και στο ανώμαλο έδαφος.
Κατά: Για ένα πραγματικά καλό γκόρντον, δεν υπάρχουν αρνητικά. Αυτό το γνωρίζουν καλά όλοι εκείνοι που χρησιμοποιούν την συγκεκριμένη φυλή. Ίσως για κάποιους το χρώμα του.





Υδρόβια
Εδώ σ αυτό το κυνήγι το Γκόρντον είναι στο σπίτι του και το απόλυτο βασίλειο του.
Αγαπά το νερό , κολυμπάει πολύ καλά και αντέχει πολύ σε δύσκολες συνθήκες όπως, χιόνι , κρύο , πάγο , βροχή.
Το στυλ του το βοηθάει όπως και η έντονη προσοχή που εκδηλώνει πάνω στο θήραμα .
Ιδιαίτερα δε η ικανότητα του να το ακολουθεί μέσα στον υδάτινο κόσμο που τα ίχνη που αφήνει είναι τα ελάχιστα .
Η δε ικανότητα του να επαναφέρει το χτυπημένο θήραμα από οπουδήποτε είναι μία μεγάλη βοήθεια για τον κυνηγό.
Με λίγα λόγια αυτό το κυνήγι αναδεικνύει το Γκόρντον και τον λόγο ύπαρξης του.
Κατά: Δεν υπάρχουν .

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

ΠΕΔΙΝΗ ΠΕΡΔΙΚΑ



Είναι πουλί των πεδιάδων όπου παραμένει όλο τον χρόνο καλά καμουφλαρισμένη.
Μήκος 30 εκ, έχει στρογγυλωπό σώμα με κοντή ουρά. Προτιμάει το βάδισμα στο έδαφος από το πέταγμα. Περπατάει καμπουριαστά και όταν τρομάξει το βάζει ...... στα πόδια με ψηλά σηκωμένο το κεφάλι, μέχρι να πιεστεί αρκετά και να πετάξει.

Φωλιάζει στην Μακεδονία , Φλώρινα ,Καστοριά και την Θράκη, ενώ το νοτιότερο άκρο της εξάπλωσης της φτάνει στην περιοχή της Ελασσόνας- Κοζάνης..Είναι πολύ ευάλωτη στην λαθροθηρία και στα φυτοφάρμακα , ενώ το κυνήγι της απαγορεύεται εδώ και πολλά χρόνια δεν έχει καταφέρει να γεμίσει ξανά τους Ελληνικούς κάμπους, εκτός αυτών που η διαχείριση και φύλαξη γίνεται από κυνηγετικούς συλλόγους ,όπως Λαγκαδά, Σέρρες, Επανομή, κ.λ.π. που υπάρχουν πάρα πολλά πουλιά.

Το αρσενικό ξεχωρίζει από τα έντονα χρώματα που έχει στο κεφάλι κοκκινοκίτρινο και την μαύρη μεγάλη βούλα στο στήθος το θηλυκό είναι γκρίζο με καστανοκίτρινες γραμμές . Φωλιάζει καλά κρυμμένη κάτω από φράκτες, σε αγρούς και σε αμμοθίνες.
Γεννάει περίπου10-20 αβγά . Η φωνής της είναι ένα διαπεραστικό «κερρέκ», επαναλαμβάνεται όταν το πουλί ερεθιστεί.

Πολλοί συνάδελφοι έχουν «βγάλει» κυνηγετικά τα σκυλιά τους με αυτές, όπως και οι περισσότεροι αγώνες γίνονται με αυτή, με κορυφή τους αγώνες μεγάλης έρευνας που έγιναν για πρώτη φορά εφέτος στον Λαγκαδά από τον ΟΚΑΔΕ με την επωνυμία Μέγας Αλέξανδρος , έδωσαν μεγάλη διαφήμιση στην χώρα μας, και καθιερώθηκαν στο παγκόσμιο πρωτάθλημα σαν ο καλύτερος αγώνας λόγω της ποιότητας των πουλιών και του χώρου.

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Ο ΦΑΣΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΟΥ




Ο Κολχικός φασιανός ανήκει στην τάξη των ορνιθόμορφων (Galliformes) και πιο συγκεκριμένα στην οικογένεια των φασιανίδων. Τα ορνιθόμορφα είναι πουλιά εδαφόβια, με βαρύ σώμα, κοντά και πλατειά φτερά, ενώ τα πόδια τους είναι μέτρια σε μήκος και σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα τους. Στην τάξη αυτή ανήκουν τα φτερωτά ενδημικά θηράματα όπως η ορεινή πέρδικα, η νησιωτική πέρδικα, η πεδινή πέρδικα, ο φασιανός καθώς και το αποδημητικό ορτύκι.

Το καθένα από τα παραπάνω θηράματα πάντως ανήκουν σε διαφορετικές οικογένειες.
Η οικογένεια των φασιανίνων (Phasianinae) στην οποία ανήκει ο φασιανός, ανήκουν κυρίως είδη που έχουν σαν κύριο χαρακτηριστικό την μακριά και χρωματιστή ουρά τους. Τα περισσότερα είδη της οικογένειας αυτής, έχουν την περιοχή γύρω από το μάτι τους γυμνή κι έχει ζωηρό κόκκινο χρώμα. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των φασιανίνων είναι ότι και τα δύο φύλλα έχουν έντονο φυλετικό διμορφισμό, που σημαίνει ότι το αρσενικό διαφοροποιείται από το θηλυκό όσον αφορά τα χαρακτηριστικά τους.

Ο Κολχικός φασιανός (Phasianus Colchicus) είναι το μοναδικό είδος της τάξης των ορνιθόμορφων, το οποίο δεν συναντάται σε άγρια κατάσταση στη χώρα μας. Λέγεται ότι η πατρίδα του είναι οι περιοχές γύρω από την Κασπία θάλασσα. Ο μοναδικός πληθυσμός άγριου φασιανού που έχει παρατηρηθεί στην πατρίδα μας ήταν στο παραποτάμιο δάσος του Κοτζά-Ορμάν στη Χρυσούπολη.

Θεωρείται ο μοναδικός φυσικός πληθυσμός της Ευρώπης. Σήμερα βέβαια υπάρχουν ελάχιστα άτομα στην περιοχή αυτή. Το μήκος του σώματός του φτάνει περί τα 85 εκ., με το μήκος της ουράς του – κυρίως στο αρσενικό – να πλησιάζει τα 40-45 εκ. Ο αρσενικός έχει σκούρο πράσινο κεφάλι, κόκκινο σάρκωμα γύρω από τα μάτια και στο πάνω μέρος του κεφαλιού του φέρει δυο κοντές φούντες σαν κερατάκια. Το υπόλοιπο φτέρωμά του έχει καστανοκόκκινες αποχρώσεις.

Ο άγριος φασιανός, σε αντίθεση με αυτόν που εκτρέφεται στα κρατικά και ιδιωτικά εκτροφεία, δεν φέρει λευκό περιλαίμιο στο κάτω μέρος του κεφαλιού του και γύρω από το λαιμό. Όπως είπαμε και πιο πάνω το αρσενικό παρουσιάζει έντονο φυλετικό διμορφισμό σε σχέση με το θηλυκό. Ο θηλυκός φασιανός είναι πιο απλός, με το μήκος του σώματός του να φτάνει μέχρι τα 60 εκ. με πολύ πιο κοντή ουρά. Το φτέρωμά του είναι καφετί ανοιχτό με μαύρα και καστανοκίτρινα στίγματα.
Όπως και ο αρσενικός δεν φέρει λευκό περιλαίμιο ούτε στην άγρια κατάσταση, αλλά ούτε και σαν εκτρεφόμενα πουλιά.



Και στα δύο φύλα το ράμφος τους είναι δυνατό, κοντό, κωνικού σχήματος και μπεζ χρώματος. Οι ταρσοί τους είναι γυμνοί και έχουν τρία δάχτυλα εμπρός κι ένα τέταρτο πίσω. Τα αρσενικά λίγο πιο πάνω από το τέταρτο δάχτυλο έχουν ένα νύχι, που ονομάζεται πλήκτρο και το χρησιμοποιούν σαν αμυντικό μέσο. Προτιμά τις πεδινές καλλιεργούμενες εκτάσεις, κυρίως από καλαμπόκια και σιτηρά, είδη με ψηλή βλάστηση για να του προσφέρουν άριστη κάλυψη.

Η τροφή του είναι τόσο ζωική, όσο και φυτική , η οποία καταλαμβάνει και το μεγαλύτερο ποσοστό των διατροφικών του συνηθειών. Αυτή αποτελείται από σπόρους και καρπούς θάμνων, ποών, δημητριακών και ψυχανθών, καθώς και από έντομα και σκουλήκια. Είναι είδος πολυγαμικό.

Το θηλυκό φτιάχνει τη φωλιά του στο έδαφος, όπου εκεί γεννά 10-15 αβγά, τα οποία τα επωάζει για 25 μέρες. Όταν κινδυνεύει προτιμά να περπατά πολύ γρήγορα παρά να πετάξει, διανύοντας μεγάλες αποστάσεις. Όταν αποφασίζει να πετάξει, πετά δυνατά με πολύ θόρυβο, βγάζοντας μια διαπεραστική φωνή.

Είναι είδος εύκολο στην εκτροφή. Στις ελεγχόμενες κυνηγετικές περιοχές βέβαια, το κυνήγι του επιτρεπόταν κανονικά. Η νέα αυτή τροπή των πραγμάτων, όσον αφορά το κυνήγι του, ίσως θα πρέπει να θέσει νέα δεδομένα ως προς την κυνηγετική δραστηριότητα. Ο φασιανός φέρει – πιστεύουμε δικαίως – τον χαρακτηρισμό του θηράματος του μέλλοντος. Είναι ένα θήραμα, το οποίο εκτρέφεται πολύ εύκολα και με κατάλληλα διαχειριστικά μέτρα προσαρμόζεται άμεσα σ’ οποιοδήποτε περιβάλλον και αν απελευθερωθεί.
Αυτό όμως που χρειάζεται είναι να πάρουν σοβαρά στα χέρια τους οι κυνηγετικές οργανώσεις το θέμα της απελευθέρωσης του φασιανού σε ελεύθερο περιβάλλον.

Έτσι ώστε σε κάποιο σύντομο χρονικό διάστημα να έχει δημιουργηθεί ένας ικανότατος πληθυσμός για να κυνηγηθεί. Ακόμα κι αυτό όμως πρέπει να γίνει κάτω από προϋποθέσεις. Πιστεύω ότι λίγο-πολύ είναι γνωστοί οι κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους μπορούμε να πετύχουμε ένα καλό αποτέλεσμα όσον αφορά την απελευθέρωση και στη συνέχεια την διαβίωση των θηραμάτων που θα απελευθερώσουμε στο ελεύθερο περιβάλλον.

Η προσαρμογή των πουλιών σ’ έναν πρότυπο κλωβό εξοικείωσης, κοντά στον κυνηγότοπο είναι η πλέον ιδανική συνταγή. Στη συνέχεια, θα πρέπει να φροντίσουμε να έχουμε κάνει μία καταπολέμηση των επιβλαβών που διαβιούν στην περιοχή, σε συνδυασμό πάντα με την πολύ καλή δυναμική των πουλιών, ώστε να μπορούν να πετάξουν δυνατά και μακριά, για να μπορούν ν’ αποφύγουν τον οποιοδήποτε κίνδυνο.




Είναι λογικό όμως με το που θα αφεθούν τα πουλιά, να τα αφήσουμε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα να προσαρμοστούν στο νέο τους ελεύθερο περιβάλλον, το οποίο θα τους παρέχει τα απαραίτητα εφόδια για διαβίωση, που είναι η τροφή, το νερό, τα πουλιά θα προσαρμοστούν και θα είναι ικανά να αναπαραχθούν με επιτυχία και στο ελεύθερο περιβάλλον τροφοδοτώντας με ικανούς πληθυσμούς τις γύρω περιοχές.

Πιστεύω ότι τα υπόλοιπα ανήκουν στη συνείδηση του καθενός μας και στο έργο των άγρυπνων φυλάκων της θηραματοπανίδας μας και της φύσης γενικότερα, των Ομοσπονδιακών Θηροφυλάκων, οι οποίοι με τους συνεχείς ελέγχους δεν θα επιτρέψουν την ασυδοσία από ορισμένους, οι οποίοι είναι ικανοί να αφανίσουν από προσώπου γης ό,τι πετάει.

Θυμηθείτε πριν από πολλά χρόνια τις πετυχημένες απελευθερώσεις που είχαν γίνει από τους κυνηγετικούς συλλόγους της Αττικής, ικανού αριθμού πεδινής πέρδικας, τόσο στην Κωπαϊδα, όσο και σε άλλες περιοχές, όπου μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα αφανίστηκαν στην κυριολεξία από κάποιους εξολοθρευτές «συγκυνηγούς» μας.

Το κυνήγι του

Κυνηγετικά, ο φασιανός ως θήραμα μάλλον είναι γνωστός σε λίγους, κυρίως σε εκείνους που είχαν τη δυνατότητα να τον κυνηγήσουν μέσα σε ελεγχόμενες κυνηγετικές περιοχές. Φυσικά, ένα μικρό ποσοστό κυνηγών είχε την ευχέρεια να κυνηγήσει φασιανούς στην άγρια μορφή τους, στους κυνηγότοπους της Ξάνθης. Στην υπόλοιπη Ευρώπη, ο φασιανός είναι ένα από τα δημοφιλέστερα θηράματα.

Το κυνήγι του πραγματοποιείται σε συνεργασία με σκύλο φέρμας ή σκύλο ξεσηκώματος. Οι κάμποι και οι ημιορεινές περιοχές είναι τα κυνηγοτόπια του φασιανού. Στους κάμπους ο φασιανός προτιμάει τους φυσικούς φράχτες από «αγριάδες», βατσινιές, αγριοτριανταφυλλιές και γενικότερα πυκνές συστάδες, που χωρίζουν τα χωράφια.
Επίσης κομμάτια γης που είναι ακαλλιέργητα και έχουν φυτρώσει σ’ αυτά αγριόχορτα. Όλα αυτά δίνουν την απαραίτητη κάλυψη στο φασιανό.
Τα χωράφια που βρίσκονται γύρω από καλλιέργειες καλαμποκιού είναι επίσης ενδεδειγμένες περιοχές για τον φασιανό, καθώς και οι άκρες των ποτιστικών καναλιών με πυκνή βλάστηση, που ενδέχεται να φιλοξενούν κάποια άτομα.




Στις ημιορεινές περιοχές ο φασιανός συναντάται σε ευρύχωρα ανοίγματα μεταξύ συστάδων δέντρων ή πυκνών θάμνων. Στα δάση θα προτιμήσει εκείνα που διακόπτονται από ανοιχτές επιφάνειες με υψηλή βλάστηση. Αυτές είναι κατά κύριο λόγο οι εδαφολογικές προτιμήσεις του φασιανού, όσον αφορά τον βιότοπό του. Πάντα βέβαια υπάρχουν εξαιρέσεις οι οποίες κάποιες φορές οφείλονται σε ανθρώπινες παρεμβάσεις.

Για παράδειγμα, ενδέχεται να έχουν απελευθερωθεί φασιανοί και σε περιοχές όπου επικρατεί χαμηλή βλάστηση, όπως στα νησιά και χάρη στις ανθρώπινες παρεμβάσεις να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για να ευδοκιμήσει ο φασιανός. Το κυνήγι του είναι απλό και όμορφο. Δεν θα λέγαμε όμως ότι είναι εύκολο.

Ο φασιανός ως θήραμα αποτελεί «δάσκαλο» για τα κυνηγόσκυλα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι περισσότερο «κοταρίζει» παρά πετάει. Σε περιοχές που υπάρχουν πυκνές συστάδες από αγριάδες, ο σκύλος πρέπει να έχει τις ίδιες ικανότητες με αυτές ενός καλού μπεκατσόσκυλου.

Η διείσδυση στα πυκνά αποτελεί προϋπόθεση για την επιτυχία της έρευνας αυτού του θηράματος. Σε ένα μεγάλο ποσοστό η επιτυχία στο κυνήγι του φασιανού εξαρτάται από τις ικανότητες του σκύλου. Σε ό,τι αφορά τον κυνηγό, σε αρχικό στάδιο κατά την μύηση του στο κυνήγι του φασιανού, πρέπει να ξεπεράσει το συναίσθημα που σε γενικές γραμμές αποκαλούμε «πανικό θηράματος». Ο φασιανός ως θήραμα είναι επιβλητικό και ο τρόπος που σηκώνεται από το σημείο που βρίσκεται είναι μεγαλειώδης. Ο θόρυβος που προκαλεί κατά το ξεσήκωμά του είναι μεγάλος.

Η φωνή που βγάζει είναι επίσης χαρακτηριστική. Κατά το σήκωμά του αρχικά παίρνει κάθετη πορεία και αφού σηκωθεί από το έδαφος, μέχρι το σημείο που θα ξεπεράσει το ύψος της βλάστησης, μετά παίρνει οριζόντια πορεία προς την αντίθετη κατεύθυνση από τους διώκτες του. Οι περισσότερες τουφεκιές που «χάνονται» οφείλονται κυρίως στη μεγάλη σιγουριά του κυνηγού ότι θα πετύχει το θήραμα εύκολα, επειδή ο στόχος είναι μεγάλος και κινείται σε σχετικά κοντινή απόσταση από το όπλο του.

Για το κυνήγι του φασιανού δεν απαιτείται ιδιαίτερος εξοπλισμός. Το χειμώνα το κυνήγι του είναι δύσκολο, ιδιαίτερα αν καλύπτονται αποστάσεις στις οποίες υπάρχουν ενδιάμεσα χωράφια. Και αυτό γιατί με τη βροχή το περπάτημα μέσα σ’ αυτά χρειάζεται προσοχή και είναι κουραστικό. Στο εξωτερικό το κυνήγι του φασιανού γίνεται με καρτέρια (παγάνα). Μια ομάδα κυνηγών κάθεται στις άκρες των δασοσκεπών εκτάσεων περιμένοντας τους φασιανούς να βγουν, ενώ μια άλλη ομάδα προχωράει μέσα στο δάσος με κατεύθυνση προς τους κυνηγούς, κάνοντας παράλληλα μεγάλο θόρυβο κτυπώντας μεταλλικά αντικείμενα.

Οι φασιανοί που σηκώνονται, μόλις βγουν από το δάσος πετώντας πάνω από το ύψος των δέντρων, πυροβολούνται από τους κυνηγούς που τους περιμένουν στα καρτέρια. Για τα δικά μας δεδομένα, το κυνήγι του φασιανού πραγματοποιείται παραδοσιακά, όπως άλλωστε πραγματοποιούνται όλα τα κυνήγια στη χώρα μας – με τη συνεργασία του σκύλου. Εδώ όπως προαναφέραμε χρησιμοποιείται ο σκύλος φέρμας.

Το μυστικό στο κυνήγι του φασιανού είναι η εξασφάλιση καλής θέσης από τον κυνηγό όταν ο σκύλος τον φερμάρει. Η ψυχραιμία που θα επιδείξει, τόσο στο ξεσήκωμα όσο και κατά τον πυροβολισμό συμβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην επιτυχία αυτού του κυνηγιού. Σχετικά με την νοστιμιά του κρέατος, ο άγριος φασιανός θεωρείται εξεζητημένο θήραμα. Είναι νοστιμότατος μεζές και υπάρχουν πολλοί τρόποι να μαγειρευτεί. Ως θήραμα, για τους περισσότερους κυνηγούς θα είναι πρωτόγνωρο.

Ελπίζουμε ότι οι προσπάθειες των κυνηγετικών οργανώσεων θα αποδώσουν καρπούς. Έχουμε ανάγκη να προσθέσουμε άλλο ένα θήραμα στον κατάλογο θηρεύσιμων ειδών, ειδικά στον πίνακα των ενδημικών.

Πηγή : Περιοδικό Κυνηγεσία κυνοφιλία

Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

ΚΥΝΗΓΙ ΥΔΡΟΒΙΩΝ




Τα υδρόβια συναντώνται σε λίμνες, πλημμυρισμένες χωραφιές, ποταμιές, εκβολές ποταμών, βάλτους αλλά και στη θάλασσα. Όλες οι πάπιες, και αυτές που αναφέρω παραπάνω έχουν αδιάβροχο(λιπαρό) φτέρωμα το οποίο είναι παχύ και εγκλωβίζει αέρα για θερμομόνωση, διαθέτουν μεγάλο και ευλύγιστο λαιμό, δυνατά φτερά και κοντά πόδια με μεμβράνες για να κολυμπάνε καλύτερα.

Οι αγριόπαπιες κυνηγιούνται κυρίως τους χειμερινούς μήνες και προτιμούνται κρύες ημέρες με άνεμο και ψιλή βροχή που τα αναγκάζει να πετούν χαμηλά και κοντά στο καρτέρι μας. Η κρυψώνα μας πρέπει να είναι διακριτική αλλά παράλληλα πολύ αποτελεσματική, καλές θέσεις είναι τα καλάμια και τα βούρλα κοντά στο νερό ή μέσα σ' αυτό στα ρηχά, και η κρυψώνα πρέπει να φτιάχνεται από τέτοια υλικά για να μην πονηρέψει τα πανέξυπνα υδρόβια. Αν τα νερά έιναι βαθιά, τότε είναι απαραίτητο να έχουμε ένα σκύλο για την επαναφορά των θηραμάτων, ένα λαμπραντόρ ή ένα κόκερ είναι καλή λύση (προτείνω μεγαλόσωμα σκυλιά που μπορούν να κουμαντάρουν καλύτερα τα μεγάλα υδρόβια ειδικά όταν αυτά είναι τραυματισμένα).

Το κυνήγι τους όμως γίνεται και με σκυλί φέρμας αναζητώντας όλα τα παραπάνω υδρόβια σε πνιγμένα χωράφια απ' το νερό ή μέσα σε βούρλα & καλαμιές. Αν κυνηγάμε έτσι συναντάμε διάφορα παπιά και λοιπά παρυδάτια πουλιά και πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, γιατί σε μία φέρμα του σκύλου δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς θα πεταχτεί. Καλή ιδέα για αυτόν τον τύπο κυνηγιού είναι το δίκαννο που στην μία θαλάμη θα έχουμε χοντρά σκάγια και στην άλλη πιο λεπτά.

Πάντως, είτε κυνηγάμε με φέρμα, είτε με καρτέρι ο σκύλος καλά είναι να έχει μακριά τρίχα που από τη φύση τους αρέσει το νερό, αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις.

Μία ιδανική φυλή λοιπόν για το κυνήγι των υδροβίων είναι και το Γκόρτον σέττερ .
Ίνας σκύλος που λες και φτιάχθηκε και γι αυτό το κυνήγι και πραγματικά είναι ιδιαίτερα καλός .
Μην ξεχνάτε ότι προέρχεται από την Σκωτία , χώρα με πολλούς βάλτους και πάρα πολλές πλημμυρισμένες εκτάσεις .
ΣΕ αυτούς τους ατελείωτους βιότοπους χρειάζεται ένας σκύλος δυνατός με μεγάλη αντοχή , με σωστό ύψος για να αντέχει ακόμη περισσότερο στην αντίσταση του νερού και πολύ μεθοδικός που να μην αφήνει ούτε μία μικρή απόμακρη καλαμιά άψαχτη.
Επίσης να έχει καλή επαναφορά γιατί πολλά από αυτά τα θηράματα αν χτυπηθούν πέφτουν σε μακρινές αποστάσεις μέσα στο νερό .

Όλα αυτά τα κάνει καλά το Γκόρτον σέττερ αν δε υπολογίσουμε και την πολύ καλή του μύτη και σταθερή του φέρμα τότε ΄'έχουμε το τέλειο σκύλο για αυτά τα όμορφα και ιδιαίτερα κυνήγια .
Με λίγα λόγια ένα ιδιαίτερο κυνήγι που απαιτεί ένα ιδιαίτερο καλό σκύλο.


ΤΟ ΟΡΤΥΚΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΟΥ





Tέλος Μαρτίου, αρχές Απριλίου, μαζί με τον ήλιο που δεν έμεινε κει κάτω που πήγε, μας έρχονται και τα ορτύκια. Τα μικρά αυτά πουλιά, οι χαμοπέρδικες, αψηφώντας όλους τούς κινδύνους ενός τέτοιου μακρινού ταξιδιού απάνω από τη Μεσόγειο.

Τα ορτύκια είναι τα μικρότερα από όλα τα ορνιθοειδή. Τα φτερά τους με λίγο κίτρινο και καφέ, αλλά πολύ ανοιχτό, παίρνουν ένα χρώμα σαν τη γη και γι' αυτό δύσκολα διακρίνονται στο χώμα όπου ζουν. Αλλά και μεταξύ τους δεν διακρίνονται, δηλ. ποιο είναι το αρσενικό και ποιο το θηλυκό, εκτός σ' εξασκημένο μάτι, από την κοψιά και τη ζωηράδα που δείχνει το ζωντανό αρσενικό, ή από εκείνο το χαρακτηριστικό ξεφώνημα κριιικ που βγαίνει το ίδιο τις περισσότερες φορές στο σήκωμα.

Ζουν σε πεδιάδες ή ελαφρές πλαγιές, σε καλλιεργημένους ή χέρσους τόπους τσαΐρια χωρίς νερά. Ένα κρίκ κρίκ κρίκ από την χαραυγή ως το κολατσιό, μαρτυράει που γυροφέρνουν.
Αυτό το τραγούδι τους θα 'κανε την πέρδικα να θυμώσει, γιατί της παράβγαιναν στο πρωινό της λάλημα και γι' αυτό αν και συγγενόπλα της, έκοψε κάθε σχέση μαζί τους.


Η μούσα μας αποθανάτισε αυτά τα τσακώματα τους.

«Ένα πουλί θαλασσινό κι ένα πουλί βουνίσιο

τα δύο παραμαλώνανε ποιο να πρωτολαλήσει

γυρίζει το θαλασσινό και λέει του βουνίσιου

μη με μαλώνεις ρε πουλί και μη με παραπαίρνεις

εγώ πουλί μ' δε κάθομαι στο ιδικό σου τόπο

κι αν κάτσω Μάη και θεριστή κι όλο τον Αλωνάρη

κι αν πάρω κι απ' τον Αύγουστο ως είκοσι μερούλες»



Τρώνε σποράκια φύλλα, σκαθάρια, και σαλιγκάρια. Νερό αν βρουν πίνουν, αν δεν βρουν δεν πίνουν. Τους αρκεί η δροσιά και το νερό που έχει η τροφή τους. Τη φωλιά τη φτιάχνει το θηλυκό με λίγα χορταράκια μέσα σ' ένα μικρό βαθούλωμα χωρίς καμία τέχνη και χωρίς να βοηθιέται από το αρσενικό. Τα 8-12 αυγά του τα κλωσάει επίσης μονάχα αυτό. Το αρσενικό δεν ενδιαφέρεται ούτε για την κλώσα, ούτε για ι' αυγά, ούτε και για μικρά που έρχονται στον κόσμο σε 18-19 μέρες.

Τα ορτύκια, μόλις βγουν από το αυγό, μπορούν ν' ακολουθούν τη μάνα ευθύς βαδιστικά και σε 5-6 εβδομάδες αναπτύσσονται τόσο, ώστε μπορούν να ξεκινήσουν για την Αφρική, για το μεγάλο ταξίδι τους.

Το ζευγάρι, πολλές φορές τον Αύγουστο, κάνει άλλη μία γέννα... Τα μικρά ως να ξεκινήσουν για την Αφρική, προφταίνουν και μεγαλώνουν κι έτσι μπορούν κι
αυτά να μεταναστεύουν, έστω και τελευταία. Έτσι εξηγείται ακόμα γιατί πετυχαίνουν να σκεπάζουν όλες τις ζημιές που τους κάνουν οι νυφίτσες, οι αλεπούδες, οι γάτες, οι σκαντζόχοιροι, τα γεράκια κι οι κακοκαιρίες όταν περνούν τη Μεσόγειο.

Αρχές Σεπτεμβρίου με 15-20 Οκτώβρη, σπάνια αρχές Νοέμβρη, φεύγουν για την Αφρική, όπου θα ξεχειμωνιάσουν. Συνήθως ξεκινούν μ' ελαφρό δυτικό, νοτιοδυτικό πουνέντη, πονεντογαρμπή ή με βορειοανατολικό γραίγο. Με βοριάδες δεν ξεκινούν ποτέ, γιατί με το χτύπημα που τους κάνει από πίσω, δεν τα' αφήνει να πετάξουν. Αν λοιπόν, όταν γίνονται τα περάσματα, συμπέσει να φυσάει βοριάς, βρίσκονται πολλά στις θέσεις από όπου ξεκινούν π.χ. στη Λαυρεωτική, στη Μάνη κλπ., γιατί περιμένουν ν' αλλάξει ο καιρός.

Ανάλογα με τον καιρό, πετούν άλλοτε ψηλά ως δύο χιλιάδες μέτρα, κι άλλοτε πάνω από τη θάλασσα μόλις λίγα μέτρα.

Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, μερικοί λένε ότι αμολάνε ένα λιθαράκι που κρατούν στο στόμα του για να δουν πόσο είναι από κάτω η θάλασσα, μήπως μέσα στο πέταμα τους δεν προσέξουν και πέσουν στο νερό. «Η αλεπού δεν χώραγε στην τρύπα της, κολοκύθια στην ουρά της κρέμαγε», λέει μία παροιμία. Αυτά δεν μπορούν έτσι να περάσουν την Μεσόγειο, λιθάρια στο στόμα τους θα κρατούν. Αλλά άσχετα προς αυτό, πως είναι δυνατόν ν' ακούσουν το μικρό λιθαράκι μέσα στον θόρυβο που κάνει το πέταμα τους και πως εξ άλλου, θα προφταίνουν να το ακούσουν, όταν πέφτουν με μία ταχύτητα μεγαλύτερη από σαράντα χιλιόμετρα την ώρα; Φαίνεται ότι θα τ' ακούνε τα πίσω που έρχονται και θα σφυρίζουν το νέο στα μπροστά για να κανονίζουν το ύψος!

Άλλοι πάλι λένε όχι αν κουραστούν κι η θάλασσα είναι ήσυχη, κάθονται στο νερό κι όταν ξεκουραστούν, ξαναπετάνε. Αμ τότε τι τα θέλουν τα λιθαράκια, αφού μπορούν σαν άλλοι γλάροι να κάθονται και να ξεκουράζονται;

Κακόμοιρα ορτύκια! Δε σας φτάνουν τα βάσανα του ταξιδιού σας, έχετε το βάσανο ν' ακούτε του καθενός το μακρύ και το κοντό...

Μόλις φτάσουν στην Αφρική, πέφτουν αποκαμωμένα κατάνακρα στην παραλία. Συνέρχονται όμως γρήγορα κι αρχίζουν να φεύγουν προς το εσωτερικό. Έτσι εξακολουθούν το ταξίδι τους ως τον Ισημερινό και πιο κάτω, χωρίς σ' όλο αυτό το ταξίδι τους να χρησιμοποιούν τις φτερούγες τους, εκτός σ' εξαιρετικές περιστάσεις.

Στα ταξίδια τους πετούν σε κοπάδια από εκατοντάδες και χιλιάδες κομμάτια. Το αντάμωμα τους γίνεται τυχαία στις θέσεις απ' όπου ξεκινούν κι όχι ύστερα από συνεννόηση, όπως συμβαίνει μ' άλλα πουλιά, π.χ. με τα χελιδόνια.



Στην Ελλάδα, αν και το χειμώνα το κρύο πολλές φορές είναι αρκετά τσουχτερό, βρίσκονται πολλά σ' ορισμένα μέρη, όπως π.χ. στην κοιλάδα του Μόρνου, στην Αγια, στον Αλμυρό, στην Κωπαΐδα, σε διάφορες θέσεις της Αττικής κλπ. Είναι τα πληγωμένα, τ' αδύνατα τα πολύ παχιά, ή τα από αργές γέννες. Καταλαβαίνουν ότι δεν αντέχουν για ένα τόσο μακρινό ταξίδι και προτιμούν να μείνουν μαζί μας. Ίσως μάλιστα, αυτά δεν θα 'πρεπε να σκοτώνονται, γιατί μέσα στα πολλά χρόνια, θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε ντόπια, δηλαδή σε καθεστικά και τότε κάθε χειμώνα θα 'χαμε περισσότερα απ' όσα τώρα..

Στο ανέβασμα τους για την Ευρώπη, τα πολλά δεν προτιμούν την Ελλάδα που στέκει τόσο μακριά από την Αφρική. Δεν είναι τότε τόσο παχιά όσο στο κατέβασμα και τα κότσια τους δεν το λένε για τέτοιο μεγάλο πήδημα.



Το κυνήγι τους

Οι προπάπποι μας, οι αρχαίοι Έλληνες, είχαν τόσα πολλά κυνήγια, ώστε θα ήταν αστείο να σκεπτόντουσαν τα ορτύκια. Έπιαναν όμως μερικά και τα χρησιμοποιούσαν ως ζωντανούς στόχους στην εξάσκηση τους με βέλη. Τα μεταχειριζόντουσαν ακόμα και για ορτυκομαχίες με στοιχήματα, δηλ. κάτι παρόμοιο για τις σημερινές κοκορομαχίες που γίνονται αλλού.
Οι συνθήκες όμως άλλαξαν. Τα χοντρά κυνήγια ή ξεπαστρεύτηκαν ή λιγόστεψαν, τα μέσα εξελίχτηκαν. Γι' αυτό οι τωρινοί κυνηγοί δεν ικανοποιούνται λίγο αν σε κάθε κυνηγετική περίοδο, μπορούν να 'χουν στο ενεργητικό τους και μερικές δεκάδες κι απ' αυτά.

Στο κυνήγι του ορτυκιού, το σκυλί φέρμας είναι απαραίτητος σύντροφος. Χωρίς αυτό, δεν σηκώνονται εύκολα, τα πληγωμένα δεν βρίσκονται, και πολλά από τα σκοτωμένα χάνονται.

Η μυρουδιά που αφήνει το ορτύκι είναι αρκετά δυνατή και το σκυλί δεν αργεί να το ανακαλύψει. Αλλ' αυτό μόλις καταλάβει ότι κυνηγιέται, περπατάει δώθε εκείθε και ξεφεύγοντας, το κουράζει. Αν μάλιστα το κυνήγι κρατήσει πέρα από τις 10, μέσα στην τότε ζέστη, από την κούραση αναγκάζεται ν' ανοίγει το στόμα του. Έτσι όμως ρουφάει πολύ σκόνη, πρώτη αφορμή της μόρβας και παύοντας πια να μυρίζεται καλά, δυσκολεύεται ακόμα περισσότερο. Στην περίπτωση αυτή, ο κυνηγός πρέπει κάθε μισή ώρα να κόβει το κυνήγι ως δέκα λεπτά για να του δίνει τον καιρό να ξεκουράζεται και μετά την ξεκούραση να του δίνει δύο τρεις γουλιές νερό.

Χωρίς σκυλί, ο καθένας καταλαβαίνει ότι το κυνήγι του ορτυκιού δεν είναι εύκολο. Αν όμως, οι κυνηγοί είναι δύο τρεις και κυνηγούν ο ένας δίπλα στον άλλον, προϋποθέτεται βέβαια ότι θα 'ναι μυαλωμένοι και συγκρατημένοι κι ο καθένας τους δεν θα στέλνει τα σκάγια του στους συντρόφους του, είναι αρκετά εύκολο να βρεθούν κι αυτοί στην ευχάριστη θέση να δείχνουν λίγα, όταν μετά το κυνήγι σ' όποιο χάνι ή αλλού δείχνονται τα σκοτωμένα, όπως συνηθίζεται από πολλούς.

Στην ίδια ευχάριστη θέση θα βρεθούν ακόμα κι εκείνοι που κρεμούν πίσω στη μέση τους ένα καλάμι μακρύ τόσο, ώστε με το περπάτημα να χτυπάει κάτω για ν' αναγκάζονται τα ορτύκια από φόβο, να σηκώνονται, μέθοδο που τη χρησιμοποιούσαν πολύ συχνά παλιότερα κυρίως στα νησιά. Δεν αποκλείεται να 'χουν και μία σφυρίχτρα στο στόμα και κάθε δύο τρία βήματα να σφυρίζουν για ν' ακούγονται και να μη φάνε σκάγια από άλλους κυνηγούς, που μαζεύονται στα ίδια μέρη για κυνήγι, που κι αυτοί, σίγουρα, θα κρατούν σφυρίχτρα στο στόμα και καλάμι στο χέρι, ή κρεμασμένο από τη μέση. Είναι ή κάνουν τον κυνηγό, αδιάφορο. Αρκεί ότι έχουν άδεια κυνηγίου και μερικές χιλιάδες δραχμές, που όπως λένε, αντί να τις πιούνε στο καφενείο ή να τις σκοτώσουν σε κάποια ταβέρνα, τις τρώνε στο κυνήγι.

Αν οι γυναίκες και τα παιδιά τους δεν
έχουν λίγα χρήματα να περάσουν κάπου ανάλογα, αλλά ούτε να εξοικονομήσουν κάπως άνετα το ψωμί τους, ποιος τους ακούει. Ο αφέντης να 'ναι καλά να γλεντάει το κυνήγι κι ύστερα γιατί όχι και στις ταβέρνες όπου θα διηγούνται τα κυνηγετικά κατορθώματα τους.

Τα ορτύκια, όταν σηκώνονται, αδιάφορο αν με το σκυλί ή απ' ευθείας από τον κυνηγό, πετούν σ' ένα δύο το πολύ τρία μέτρα ψηλά, ίσια κι όχι πάρα πολύ γρήγορα και στα 150-200 μέτρα, σπανιότερα πιο μακριά, ξαναπέφτουν. Αν λοιπόν, ο κυνηγός δεν βιάζεται να ρίχνει, ούτε ίσως παθιάζεται επειδή συμβαίνει να τον βλέπουν κι άλλοι κυνηγοί της ίδιας ή ξένης παρέας, αν έχει ελαφρές ριξιές γιομάτες μ' εννιάρια ή δεκάρια, κι αν δεν τ' αφήνει να ξεμακραίνουν πέρα από καμιά 20αριά μέτρα, δύσκολα θα σημειώνει επιτυχίες.

Οι καλοί κυνηγοί ία ντουφεκούν με εικοσάρια. Αλλά αυτοί είναι και καλοί και διαθέτουν πολλά ντουφέκια. Οπωσδήποτε όμως στα ορτύκια δεν συχωριέται να χάνονται τουφεκιές.


Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2010

ΨΙΘΥΡΟΙ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ (ΜΙΑΣ ΒΕΛΟΥΔΟΜΑΤΑΣ)

Άλλη μία μέρα δύσκολη, λόγου του χιονιά πάντα στο όμορφο καφενεδάκι του χωριού μου , περιμένοντας την καλυτέρευση του καιρού , έτοιμος με πλήρη εξάρτηση για να βγω για την πολυπόθητη αναζήτηση του δεύτερου αγαπημένου θηράματος μου και ενώ οι μαυροκόκκινοι διάβολοι είναι πολύ νευρικοί λες και αισθάνονται την παρουσία της.
Εγώ κοιτώ έξω από το όμορφο ξύλινο παράθυρο τις χοντρές νιφάδες του χιονιού και τον άνεμο νιώθω σαν να μου ψιθυρίζει μέσα στο μυαλό μου κάποιος.



Ειλικρινά, άκουσα-διάβασα-έφτιαξα-αντέγραψα-ονειρεύτηκα και εγώ δεν ξέρω, αυτή την όμορφη ιστορία που μου αρέσει πολύ. Ας είναι καλά η ποιότητα του τοπικού τσίπουρου και της γλυκιάς ζέστης από την ξυλόσομπα !!!

Ένας ήχος περίεργος σαν γλυκός ψίθυρος και να μου λέει. Γεια σου έφτασα επιτέλους και να σου συστηθώ με λένε Αγάπη και είμαι ένα πλάσμα , μοναχικό , δύσκολο ,δύστροπο, πονηρό και με πολλά καπρίτσια , αλλά εσύ και οι άνθρωποι του σιναφιού σου είστε τρελά ερωτευμένοι !μαζί μου παρότι πολλές φορές σας τρελαίνω μετά καμώματα μου.

Έρχομαι από πολλή μακρινά μέρη και στο ταξίδι μου συνάντησα πολλά εμπόδια , αλλά τα ξεπέρασα όλα για να φτάσω σε σένα και στην όμορφη αγνή πατρίδα σου που είναι και το τέλος του μακρινού ταξιδιού μου και δικιά μου δεύτερη πατρίδα.



Η πρώτη πατρίδα μου είναι αυτή που γεννήθηκα και εκεί θα γυρίσω αν τα καταφέρω να γεννήσω τα παιδιά μου , η δεύτερη πατρίδα μου είναι εδώ που θα ξεχειμωνιάζω, που θα μου παρέχει τροφή και κάλυμμα μέχρι να πάρω τον δρόμο της επιστροφής ..

Οι άλλες χώρες που περνώ είναι απλά σταθμοί σε αυτή την πορεία μου και καμιά δεν έχει ούτε η πρώτη μου αγάπη αυτό το χαρακτηριστικό που έχει η δικιά σου το απέραντο γαλάζιο του ουρανού της και της θάλασσα της που μου δείχνει ότι έφτασα.

Μπήκα στο σπίτι μου , το καθάρισα φύλλο-φύλλο, την τροφή μου θα την βρω σκάβοντας προσεχτικά το προσοδοφόρο έδαφος του δάσους .

Έρχομαι κάθε χρόνο , και όπως πέρσι πρέπει να πω ότι λαχταρώ να γευτώ τους όμορφους- πλούσιους μεζέδες που προσφέρουν τα Ελληνικά δάση.
Επίσης ξέρω καλά ότι θα ξανασυναντηθούμε.

Τώρα πρέπει να κάνω την βόλτα μου , για να βρω τα καλύτερα μέρη του δάσους και που τελειώνει το πυκνό , γιατί είμαι πολύ μικρή για να βρεθώ στο τηγάνι με την σάλτσα. Ίσως αργότερα όταν είμαι γριά και κουρασμένη το επιτρέψω.



Είμαι εδώ αρκετές μέρες και κανείς δεν έχει έρθει, είναι και αυτός ο παλιόκαιρος, σήμερα όμως βλέπω και αισθάνομαι μεγάλη βελτίωση, έχω και μία διαίσθηση ότι κάτι θα συμβεί κάτι μεγάλο.

Δεν πέφτω έξω, να που το δάσος γεμίζει φωνές από σκύλους και ανθρώπους, για να δω τι γίνεται. Δύο αυτοκίνητα έχουν σταματήσει κάτω από τα δέντρα, πόρτες ανοίγουν συνεχώς, σκυλιά τρέχουν δεξιά αριστερά, φωνές, φασαρία, αλλά από ένστικτο δεν με φοβίζουν αυτοί, με φοβίζει αυτός ο νεοφερμένος κυνηγός που ήρθε αθόρυβα από το πουθενά και μόνος του τώρα με τα δύο σκυλιά του ψάχνει μεθοδικά την απέναντι πλαγιά.

Αυτόν λέει το ένστικτο μου να προσέχω, να ειδοποιήσω και τις γειτόνισσες φίλες μου να προσέχουν. Η ώρα περνάει και ακόμη τίποτε , έχω χάσει και αυτόν τον κυνηγό τον ήσυχο, ανησυχώ. Η ώρα περνάει και ακόμη τίποτε. Μήπως έκανα λάθος !!
Όχι, να τα ποδοβολητά των σκύλων , είναι δύο και ψάχνουν γρήγορα. Τίποτε το σπουδαίο , το μόνο που κάνουν είναι να τρομάζουν τους πάντες στο πέρασμα τους . Να , ο ένας έρχεται κατά πάνω μου με φόρα , τι να κάνω να φύγω ; Δεν προλαβαίνω να σκεφτώ και με προσπερνά . Μου φαίνεται ότι ήρθε η ώρα να πάω να κρυφτώ όσο καλύτερα μπορώ, πρέπει να είμαι προσεχτική και ξεκούραστη.



Όλη η μέρα πέρασε με σκύλους να τρέχουν για να με βρουν με τρόπο βιαστικό και βίαιο, ένας-δύο που πήγαν να καταλάβουν κάτι τους ξεγέλασα εύκολα.

Στο τέλος της ημέρας βλέπω ένα σκύλο με ταμπεραμέντο και έντονη αίσθηση για το τι κάνει. Είναι μαύρος με μακρύ τρίχωμα και έχει φλόγες πάνω στα μάτια , είναι μεθοδικός ταχύς, όσο χρειάζεται για να μην δημιουργεί ανεμοστρόβιλο στο δάσος.

Να με πήρε μυρουδιά , έρχεται με ατρόμητο τρόπο κοντά μου , τι να κάνω να φύγω , νιώθω σαν κάτι να με υπνωτίζει, δεν τον ξεγελώ με κατάλαβε με πλησιάζει!!

Πάλι με μπλόκαρε, κάνω να φύγω από την άλλη , αυτός με πονηρά γοργά-βήματα μου κλείνει τον δρόμο, τώρα με καθήλωσε, άργησα να φύγω, άργησα να φύγω, ήθελα να τον δω από κοντά να θαυμάσω την αρχοντιά του και τον δυναμισμό του.
Τα μάτια του γυάλισαν και το βλέμμα του ήταν βαθύ, το τρίχωμα του μαύρο και κόκκινο της φωτιάς. Το σώμα του λικνίζεται καθώς τρέχει , η μύτη του ιδρώνει προσπαθώντας με οδηγό τον αέρα να με βρει. Τελικά είναι μαγεία , αυτός ο σκύλος μοιάζει να είναι ο βασιλιάς του δάσους.
Ακόμη ένας ελαφρός ήχος και άλλος ένας μαύρος-κόκκινος διάβολος μου κλείνει τον δρόμο από την άλλη μεριά.



Νομίζω τον ερωτεύτηκα , αυτός ο σκύλος πρέπει να είναι μάγος και να , τα αργά βήματα ενός άντρα , που προσεχτικά έρχεται κοντά μας .
Τώρα καταλαβαίνω ποίος είναι, είναι αυτός που το ένστικτο μου έλεγε να προσέχω ο ΑΘΟΡΥΒΟΣ με τους μαυροκόκκινους διαβόλους του. Προσπαθεί να με σηκώσει από την θέση μου , ξανά και ξανά και με ξυπνά από την μαγεία που με έχει γεμίσει.

Νιώθω να με πιάνει μία φοβερή αγωνία, παγιδεύτηκα , τι να κάνω τώρα ;
Εκείνη την στιγμή την λύση μου την δίνει αυτός, ο ουρανός, αυτός ο γαλάζιος ουρανός που τόσο αγαπώ σε αυτή την χώρα , το σύννεφο ανοίγει και ένας ήλιος λαμπερός βγαίνει αστράπτοντας πάνω στο χιόνι που υπάρχει γύρω-γύρω.
Αυτή είναι η λύση να φύγω στο φως, εκεί είναι η σωτηρία σκέπτομαι γοργά.



Οι δύο διάβολοι μαρμαρωμένοι μπρος μου και πίσω τρέμουν σαν να αισθάνονται ότι είμαι έτοιμη να φύγω , ο αθόρυβος σαν να κατάλαβε κάτι ,προσπαθεί να κάνει μερικά μικρά βήματα ώστε να αποφύγει τον ήλιο που έχει μέσα στα μάτια του. Τώρα θα σηκωθώ θεαματικά και θα του αφιερώσω μερικές φιγούρες μου και έτσι γίνεται .

Ακούω δύο κρότους υπόκωφους αλλά δεν νιώθω τίποτε η καρδιά μου πετάει τα κατάφερα ξέφυγα. Μου φαίνεται μετά από τους κρότους σαν να άκουσα κάτι λέξεις από τον αθόρυβο, κάτι σαν , καλή σου νύχτα πονηρή θα τα πούμε αύριο.
Αύριο ναι ,αύριο. Τώρα σε λίγο, πρέπει να πάω κάτω για φαγητό και ελπίζω να βρω τις φίλες μου να μου πουν και να τους πω, πως πέρασα σήμερα.
Α ξέχασα έχω και τις δύο τελευταίες δοκιμασίες να περάσω , την πρώτη τώρα κατεβαίνοντας για φαγητό , θα πετάξω σαν σφαίρα και μπορεί να μην ακούσω πάλι αυτόν τον υπόκωφο κρότο χωρίς να βλέπω από που έρχεται και με το χάραμα την δεύτερη, φαγωμένη και αργή θα πετάξω ζικ-ζακ δίπλα στα δέντρα για το σπίτι μου.

Η ΜΠΕΚΑΤΣΑ


ALGO DE BECADAS @ Yahoo! Video




Το δεύτερο πιο αγαπημένο μου θήραμα είναι η Μπεκάτσα η αλλιώς «Βασίλισσα του δάσους», «βελουδομάτα», «μακρομύτα», «μυστηριώδης κυρία». Αυτοί είναι μερικοί μόνο από τους χαρακτηρισμούς που της έχουν αποδοθεί κατά καιρούς.
Και όχι αδίκως. H μοναδικότητά της, τόσο ως προς την εμφάνιση όσο και ως προς τη συμπεριφορά, την κάνει ένα εξαιρετικό και πολυπόθητο θήραμα. Το κυνήγι της Scolopax Rusticola είναι διαδικασία μαγική.



Εδώ είναι αναμφισβήτητα το βασίλειο του Γκόρντον σέττερ .
Σ αυτό το θήραμα αναδεικνύει όλες τις κυνηγετικές του αρετές και δικαιολογεί την υπέροχη ύπαρξη του σαν σκύλος δείκτης .

Με λίγα λόγια ένα από τα καλύτερα μπεκατσόσκυλα που μπορούν να υπάρξουν .
Η ζωή της μπεκάτσας είναι μία μακριά διαδρομή γεμάτη από ταξίδια και περιπέτειες και πολλούς κινδύνους, άλλοτε με καταστάσεις τρυφερές και άλλοτε σκληρές . Μόνο ο μπεκατσοκυνηγός γνωρίζει την ζωή της , τις παραξενιές και τις ιδιαιτερότητες αυτού του μαγικού πουλιού. Ο πραγματικός μπεκατσοκυνηγός την κυνηγάει ναι , ίσως και σκληρά και καμιά φορά ανελέητα , αλλά και την αγαπάει και την σέβεται και όταν χρειάζεται την προστατεύει . Επειδή είναι το αγαπημένο θήραμα του , αυτή η μανία, αγάπη του τον σπρώχνει να μπει – καταλάβει – γνωρίσει τα μυστικά και τις ιδιαιτερότητες αυτού του πουλιού.

Η μαγική ιστορία του πουλιού αυτού , (που αγαπιέται όσο κανένα άλλο σε τόσες χώρες και ηπείρους από διαφορετικούς λαούς και φέρνει κοντά ανθρώπους που μιλούν γλώσσες άγνωστες , διαφορετικού χρώματος και σίγουρα διαφορετικών πολιτισμών και κουλτούρας , να καταλαβαίνει απόλυτα ο ένας τον άλλο όταν μιλούν για την Βασίλισσα των δασών , την μακρομύτα , βελουδομάτα , την Μπεκάτσα) αρχίζει!!

Στην αρχή του Μαΐου κάποια αυγά σπάνε.. Βρισκόμαστε σε ένα πυκνό δάσος σε κάποια βόρεια κρύα χώρα της Ευρώπης . Στο έδαφος , σε μία φωλιά πρόχειρη , κατασκευασμένη από μερικά κλαράκια και φύλλα ξερά , μερικά μικρά μπεκατσάκια… βλέπουν για πρώτη φορά το φως της ημέρας. Κάνει ακόμη κρύο , το χιόνι είναι παντού γύρω από τα μικρά .
Δεν θα επιβιώσουν όλα , τα πιο αδύνατα θα υποκύψουν στις δύσκολες συνθήκες και μερικά από αυτά θα γίνουν τροφή που είναι απαραίτητη για την επιβίωση κάποιων αρπακτικών.
Η σκληρή πραγματικότητα της επιβίωσης στην άγρια φύση. Από αυτά , όσα επιβιώσουν στους πολλούς και διάφορους κινδύνους του δάσους , χρειάζονται ακόμη την φροντίδα και την προστασία της μητέρας. Η μητέρα γεμάτη αγάπη , θα πάει να βρει την τροφή που χρειάζονται , ειδικά σκουλήκια , κολεόπτερα και γενικά ζωική τροφή (μεγάλη ανάγκη μικρών σε πρωτεΐνες ζωικές για γρήγορη ανάπτυξη). Η όρεξη των μικρών είναι μεγάλη και σχεδόν ατελείωτη, σχεδόν κάθε μέρα τρώνε τροφή που ισοδυναμεί με το βάρος τους . Σε αυτή την περίοδο η ζωή τους , είναι ακόμη πολύ μικρά για να είναι αυτόνομα , μα σε μικρό χρονικό διάστημα θα πάνε μόνα τους για την εύρεση της τροφής τους.



Προς στιγμήν περιορίζονται στο να παίζουν , κυνηγώντας τα έντομα η με ένα σκουλήκι που κάποιο κατάφερε να πιάσει. Σ' όλη αυτή την διαδικασία το βλέμμα της μαμάς μπεκάτσας είναι πάνω τους , όπως και το χαρακτηριστικό γλυκό κάλεσμα Κρ ,κρ, κρ . Αυτή όμως η γαλήνια εικόνα της ζωής της οικογένειας διαταράσσεται ξαφνικά από την επίσκεψη ενός θηρευτή , που και αυτός αγωνίζεται να επιζήσει και να ταΐσει ίσως τα δικά του μικρά.
Στην παραμικρή ένδειξη κινδύνου τα μικρά πετρώνουν,με όλη την σημασία της λέξεως, το πτέρωμα τους με το φοβερό σχεδιασμό των χρωμάτων (προσφορά της μητέρας όλων της Φύσης) , τους προσφέρει τέλεια κάλυψη. Επίσης η μητέρα τρέχει να τα σκεπάσει με ξερά φύλα η να τα βάλει ανάμεσα στα πόδια της , ώστε να τα πάει σε καλύτερο μέρος για μεγαλύτερη κάλυψη.

Η μητέρα αν δει ότι ο θηρευτής επιμένει και πλησιάζει ακόμη , τότε σηκώνεται και παριστάνοντας την τραυματισμένη προσπαθεί να τον κάνει να την ακολουθήσει, ώστε να τον απομακρύνει από τα μικρά της. Καμιά φορά πέφτει και θύμα του αρπακτικού στην προσπάθεια να σώσει τα παιδιά της.

Η μπεκάτσα κατά την διάρκεια της ζωής της , απειλείται από πολλούς θηρευτές , μα ευτυχώς η Φύση της έχει προικίσει με όπλα πολύ δυνατά για την άμυνα της. Το φτέρωμα της με τα χρώματα του εδάφους στο δάσος, η όραση της , η ακοή της είναι μερικά από τα βασικά όπλα της. Όσο μπορεί προσπαθεί να μείνει μακριά από τους κινδύνους , είναι μοναχικό πουλί, Την ημέρα περιορίζεται σε μικρές μετατοπίσεις , με λίγα βήματα στο έδαφος. Την νύχτα αντιθέτως πετά προς εύρεση της τροφής της και αλλαγή περιοχής. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι την εποχή του ζευγαρώματος , που πετά και την ημέρα , όπως και την εποχή της φωλιάς . Σ' αυτές τις περιόδους έχουμε απώλειες της τάξεως του 30% περίπου.



Από τους μεγαλύτερους θηρευτές της μπεκάτσας έχουμε , την αλεπού , το κουνάβι, την νυφίτσα και το γεράκι , μπούφο κλπ. Το κάθε ένα από αυτά τα αρπακτικά χρησιμοποιεί της δικές του μεθόδους για να την πιάσει. Η αλεπού επιμένει αν νομίσει ότι υπάρχει πουλί κοντά και προσπαθεί με πολλή μεθοδικότητα και υπομονή να την βρει και επειδή ζει στο ίδιο περιβάλλον την συναντά τακτικά . Η νυφίτσα κάνει μεγάλη καταστροφή στα αυγά και στα μικρά.
Αν τα μικρά καταφέρουν να επιζήσουν από όλους αυτούς τους κινδύνους και φτάσουν στην ηλικία των δύο μηνών , τότε είναι έτοιμα να ζήσουν μόνα τους την μοναχική και περίεργη ζωή τους.

Όταν φτάσει οι πρώτες μέρες του φθινοπώρου και οι μέρες αρχίζουν μα γίνονται πιο μικρές , τότε οι νεαρές μπεκάτσες αρχίζουν να αισθάνονται , ένα μυστηριώδες δυνατό κάλεσμα από τον Νότο. Είναι οι νέες που φεύγουν πρώτες και αρχίζουν την μετανάστευση για τον νότο , κάποια νύχτα του φθινοπώρου , οδηγούμενες μόνο από το ένστικτο σε ένα μακρινό ταξίδι που κάνουν για πρώτη φορά στην ζωή τους , χωρίς να έχουν κάποια προηγούμενη εμπειρία .

H δύναμη που έχει αυτό το ένστικτο , που τους έχει δώσει η φύση ακόμη και σήμερα δεν μπορεί να εξηγηθεί τελείως. Μετά ακολουθούν τα μεγάλα θηλυκά (που ζυγίζουν περίπου 380-450 γρ) , οι μοναδικές που μπορούν να αντέξουν σε θερμοκρασίες κάτω των -10 Κελσίου Κατά την διάρκεια του μακρινού ταξιδιού τους , οι νεαρές μπεκάτσες πετούν μόνες τους η το πολύ με άλλους ένα η δύο συντρόφους. Οι διαδρομές της μετανάστευσης που ακολουθεί , εξαρτάτε από τον τόπο που γεννήθηκε.

Η μπεκάτσα πετάει συνήθως μόνο την νύχτα , πραγματοποιεί πτήσεις των 300-400 χιλιομέτρων με μία ταχύτητα των 60 χιλ ανά ώρα περίπου και σ' ένα ύψος που εξαρτάται από την μορφολογική κατασκευή του τόπου , περίπου είναι από μερικές δεκάδες μέτρα , έως 1-2 εκατοντάδες μέτρα. Τα εμπόδια που συναντά είναι πολλά και διάφορα . Η ομίχλη, οι κακοκαιρίες , συχνές αυτή την περίοδο αναγκάζουν το πουλί να αλλάξει πορεία . Πολλές απώλειες έχουν σημειωθεί από τα καιρικά δύσκολα φαινόμενα . Σε περιπτώσεις δύσκολων καιρικών φαινομένων , παρατηρούνται και μεγάλα κοπάδια από μπεκάτσες που μετακινούνται μαζικά η πέφτουν σ' ένα τόπο πολλές μαζί.



Το καιρικό φαινόμενο που ταλαιπωρεί σε μεγάλο βαθμό την μπεκάτσα και φτάνει σε σημείο κινδύνου για την ζωή της, είναι ο παγετός. Στον πάγο η μπεκάτσα δεν μπορεί να βρει την τροφή της , πρώτον γιατί το έδαφος είναι σκληρό και δεν μπορεί να το τρυπήσει με το ράμφος της , επίσης τα σκουλήκια δεν βγαίνουν κοντά στην επιφάνεια , αλλά αντιθέτως λόγο καιρού πάνε πιο βαθιά μέσα στο χώμα. Αν αυτή η κατάσταση συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και σε πολλές μεγάλες περιοχές και χώρες , τότε η μπεκάτσα αδυνατίζει σιγά σιγά μέχρι να γίνει η σκιά του εαυτού της και στο τέλος έρχεται και ο θάνατος. Σε μεγάλους ξαφνικούς παγετούς , έχουν παρατηρηθεί μπεκάτσες με το ράμφος μέσα στο χώμα, να έχουν μείνει έτσι εγκλωβισμένες στην γη .

Η περίοδος του ξεχειμωνιάσματος φτάνει περίπου μέχρι το τέλος του Φεβρουάριου , αρχές Μαρτίου. Οι μπεκάτσες παραμένουν πιστές στις περιοχές και τα μέρη που έχουν διαλέξει μέσα στα διάφορα χρόνια της ζωής τους. Συνήθως είναι μέρη παραλιακά κοντά στις ακτές η μέρη – περιοχές με κλίμα υγρό . Μερικά όμως άτομα κάνουν μακροχρόνιες παραμονές μακριά από τις ακτές, μέχρι που το κρύο γίνεται πολύ δυνατό και τις σπρώχνει σε ζεστότερα μέρη.

Είμαστε στα τέλη του Οκτωβρίου οι μπεκάτσες κινούνται νοτιότερα σε περιοχές με ζεστότερο κλίμα. Επιτέλους στα μέσα Νοεμβρίου , φτάνουν μαζικά στις ακτές της Μεσογείου , πάντα αναλόγως του καιρού. Oι μπεκάτσες έχουν διανύσει την Ευρώπη και έχουν φτάσει στον τόσο ποθητό σταθμό γι' αυτές την Μεσόγειο. Μια περιοχή γεμάτη από ευκαλύπτους, δροσερά πουρνάρια , ποτάμια , κοιλάδες με παχιά σκουλήκια , δάση από πεύκα κλπ Εδώ οι βροχές έχουν ετοιμάσει γι' αυτές ένα ατελείωτο τραπέζι γεμάτο από πλούσια εδέσματα που τόσο χρειάζονται μετά το μεγάλο ταξίδι τους, το οποίο πλέον έχει ξεχαστεί μαζί με όλες τις δυσκολίες του . Σ ' αυτές τις ιδανικές συνθήκες , ξεκουράζονται και ξεχειμωνιάζουν, παχαίνουν οι μπεκάτσες , ώστε να είναι έτοιμες για το ταξίδι της επιστροφής.


BECADAS EN FAMILIA @ Yahoo! Video


Aλλά και εδώ οι κίνδυνοι δεν σταματούν , τους περιμένουν οι τοπικοί θηρευτές του δάσους αλλά και ο άνθρωπος , ίσως ο μεγαλύτερος κίνδυνος γι' αυτές.
Οι νέες μπεκάτσες βρίσκονται γρήγορα αντιμέτωπες με τους κυνηγούς . Ίσως καταφέρουν να γλιτώσουν, ίσως τραυματιστούν . Αν το τραύμα δεν είναι βαρύ ην φύση έχει προικίσει την μπεκάτσα με ιατρικές γνώσεις !! ναι ακριβώς με ιατρικές γνώσεις.
Αν ένα σκάγι έχει τραυματίσει ένα πόδι η μια φτερούγα η το ράμφος της , η μπεκάτσα θα κόψει και θα πετάξει το μέρος που δεν υπάρχει περίπτωση να αναρρώσει και το υπόλοιπο μέρος θα το καλύψει με λάσπη , φτερά , χορταράκια και σάλιο και με επιδεξιότητα χειρούργου θα φτιάξει μια αλοιφή που με αυτή θα καλύψει την πληγή. Μετά από λίγες μέρες το πουλί θα γίνει καλά. Πολλές φορές έχουν παρατηρηθεί μπεκάτσες με πληγές παλιές που έχουν γιατρευτεί η πουλιά με τραυματισμένα μέρη καλυμμένα από την αλοιφή!!

Αυτή η πρώτη συνάντηση με τους κυνηγούς αφήνει στα νεαρά πουλιά μία εμπειρία που δεν θα ξεχάσουν ποτέ τους. Από αυτή την στιγμή στον οποιονδήποτε ασυνήθιστο θόρυβο τα πουλιά θα πετάξουν μακριά η θα κοιτάξουν να κρυφτούν όσο καλά μπορούν.
Όταν έρχεται η νύχτα , η μπεκάτσα πετάει για τα αγαπημένα μέρη της όπου εκεί πλένεται και καθαρίζεται και τρέφεται . Το νερό γι' αυτήν είναι απαραίτητο . Καμιά φορά πετάει σε λιμνάζοντα χαμηλά νερά , όπου συναντά τα ξαδέρφια της τα μπεκατσίνια .



Μα ούτε εκεί μπορεί να είναι ήσυχη. Τα νυχτόβια αρπακτικά την περιμένουν . Η μπεκάτσα λόγο όλων αυτών των κινδύνων , δύσκολα φτάνει την ηλικία των 6-7 ετών . Η μέση χρονική διάρκεια της ζωής μίας μπεκάτσας είναι περίπου τα 2-3 έτη. Ο χειμώνας σχεδόν τελειώνει, στα ψηλά δέντρα τα κλαδιά και τα φύλα είναι ξερά και ο ήλιος είναι συνέχεια πιο ψηλά στον ουρανό. Κατά το τέλος του Φεβρουαρίου , οι ημέρες μακραίνουν και η θερμοκρασία είναι πιο γλυκιά.
Η νεαρή μπεκάτσα αρχίζει να νιώθει την ανάγκη να ξαναφύγει προς τα βόρεια για την χώρα και τον τόπο που γεννήθηκε. Η μεγάλη ηλιοφάνεια αλλάζει σε αυτήν φυσιολογικές καταστάσεις και αρχίζουν και οι ορμόνες της να την πιέζουν για ζευγάρωμα . Οι καλές θερμοκρασίες , οι άνεμοι νότιοι και νότιο-δυτικοί θα βοηθήσουν την αποδημία της στον βορά, έτσι το πουλί θα αφήσει την Μεσόγειο για τις Β. χώρες.

Μετά από ένα δύσκολο ταξίδι και αφού περάσει πολλούς κινδύνους θα γυρίσει στον τόπο που γεννήθηκε. Η ηλικία της πλέον είναι κατάλληλη για ζευγάρωμα και παρότι εδώ κάνει ακόμη κρύο δυνατό , η μοναδική της σκέψη είναι στον ζευγάρωμα και στην αναπαραγωγή του είδους. Ψάχνει δε να βρει το κατάλληλο μέρος για την φωλιά. Τα αρσενικά έχουν αρχίσει το τραγούδι τους και το ψάξιμο της συντρόφου. Τα βλέπουμε να σηκώνονται σε μικρές πτήσεις επίδειξης, να τραγουδούν …. Γκρου..γκρου..γκρου.. ακολουθούμενο από ένα πσιιι… πσιιι τραβηχτό. Αυτοί οι όμορφοι ήχοι , ξεσηκώνουν τα θηλυκά που βρίσκονται στο έδαφος. Και επιτέλους απαντούν , πετούν στα αρσενικά και πετούν μαζί για μικρό διάστημα και μετά κάθονται μαζί στο έδαφος. Αφού παίξουν , χαϊδευτούν και ξαναπετάξουν μαζί , στο τέλος ζευγαρώνουν .


Intimidades de la becada @ Yahoo! Video



Σε μια πρόχειρη φωλιά στο έδαφος , η θηλυκιά γεννά τα αυγά της, αυτό διαρκεί περίπου 4-6 ημέρες ενώ η επώαση διαρκεί 22-23 ημέρες . Τα αυγά ανοίγουν μετά από τρεις εβδομάδες . Σε περίπτωση που τα αυγά καταστραφούν το θηλυκό αμέσως γεννά άλλα.
Όταν τα μικρά γεννηθούν ξεκινά ένας καινούργιος κύκλος ζωής για αυτό ο σπουδαίο πουλί που είναι η μπεκάτσα

ΚΥΝΗΓΩΝΤΑΣ ΠΕΤΡΟΠΕΡΔΙΚΕΣ

Έκλεισα την παλαιά ξύλινη πόρτα και προχώρησα προς το μισοκαπνισμένο τζάκι .
Έξω ο παγωμένος αέρας που εξακολουθούσε να σιγοπνέει , άρχισε να δυναμώνει απρόσμενα και ζωηρεύοντας κάποια στιγμή ξεσηκώνει τούφες από ξερόχορτα .



Ευτυχώς που είχα προλάβει να τελειώσω τα απαραίτητα διαδικαστικά της βραδινής αφίξεως μου στο ψηλό οροπέδιο , τάισμα σκύλων , μεταφορά πραγμάτων, και να μπω σ αυτό το παλιό μαντρί από πέτρα , που έστεκε ορθό , σε πείσμα του χρόνου, σαν μαρτυρία της υπάρξεως κάποτε μία άλλης ζωής εδώ ψηλά, όταν φιλοξενούσε τον όποιο κτηνοτρόφο της περιοχής.

Τοποθέτησα στον παλιό ξύλινο πάγκο από κομμένο κορμό δέντρου το όπλο και τα φυσίγγια και τα βασικά απαραίτητα είδη .
Aναψα την γκαζόλαπα και έριξα ξύλα στο τζάκι από αυτά που ανέβασα με το φορτηγάκι μαζεύοντας τα στον δρόμο.
Του έβαλα μπουρλότο μ ένα δαδί , αμέσως η φωτιά ανδρώθηκε, φώτισε φυσικά τον χώρο δημιουργώντας την πρέπουσα ατμόσφαιρα.

Ήταν στιγμή χαλάρωσης, γι αυτό έφερα τα τέσσερα μου σκυλιά μέσα και τα άφησα να καθίσουν δίπλα στην φωτιά, και αυτά λες και το είχαν ανάγκη αυτό και το περίμεναν αμέσως ξάπλωσαν ήσυχα .

Ανοιξα το φορητό μου ράτσο , ξάπλωσα πάνω του χαλαρώνοντας πλήρως παρατηρώντας τις σπίθες της φωτιάς που ανέβαιναν σαν φωτεινές πυγολαμπίδες και εξαφανιζόντουσαν
στο σκοτεινό στόμιο του τζακιού με το χέρι μου να χαϊδεύει τον πιο κοντινό σκύλο μου .
Η φλόγα ολοένα και δυνάμωνε , καταβροχθίζοντας τα ξερόκλαδα και τα ξύλα που είχα ρίξει ζωγραφίζοντας με ανταύγειες τα αντικείμενα ολόγυρα.
Και έτσι όμως με χτυπούσε η ζεστασιά στο πρόσωπο, ένιωθα τα μάτια μου να βαραίνουν και να μισοκλείνουν από κούραση, ενώ πια έξω ήταν νύχτα ο αέρας έδειχνε τα δόντια του και τις άγριες διαθέσεις του ειδικά για όποιον αυτή την νύχτα δεν ήταν σε κάποιοι κατάλυμα.




Χωρίς να το καταλάβω με πήρε ο Μορφέας στον δικό του ονειροπόλο κόσμο .
Ξαφνικά βρέθηκα σε αλπική ζώνη , σε ένα πανέμορφο οροπέδιο απʼ όπου σχεδόν όλες τις μεριές του πέρδικες καλωσόριζαν τον ερχομό του θεού ήλιου και της θαλπωρής που πάντα φέρνει μαζί του.
Ετοιμάστηκα λοιπόν , πήρα τα δύο από τα σκυλιά μου και άρχισα να ανηφορίζω προς την πιο κοντινή πλαγιά , ο αέρας λες και σεβόταν την άφιξη της καινούργιας ημέρας που είχε διώξει το σκοτάδι, τις σκιές και το ουρλιαχτό τού ανέμου .

Ήδη τα σκυλιά στα 150 μέτρα, κτένιζαν γρήγορα αλλά και μεθοδικά την πλαγιά .
Μετά από σαράντα πέντε λεπτά περπατήματος βλέπω τα δύο ζώα να χαμηλώνουν να σηκώνουν το κεφάλι για να πάρουν καλύτερα τον αέρα και με προσεχτικό βηματισμό να μένουν σε μία όμορφη τυπική φέρμα.

Αφημένος τελείως στο όνειρο μου και πάνω στην στιγμή της δράσης , άγρια γαβγίσματα από τους τετράποδους συντρόφους μου , διακόπτουν άτσαλα την ονειρική σκηνή και με επαναφέρουν στην πραγματικότητα
Και τα τέσσερα σκυλιά αγριεμένα γαβγίζουν γυρισμένα προς την πόρτα με το τρίχωμα τους σηκωμένο στην πλάτη και στο λαιμό.

Εγκαταλείποντας το ζεστό μου κρεβάτι , βημάτισα προς το παραθύρι καθησυχάζοντας τα σκυλιά που άρχισαν να ηρεμούν .
Κοίταξα με προσοχή έξω αλλά δεν φαινόταν τίποτε εκτός από το απόλυτο σκοτάδι , προσπάθησα να αφουγκραστώ αλλά τίποτε, ο αέρας που λυσσομανά έξω δεν μου δίνει περιθώρια για να ακούσω κάτι .



Φόρεσα λοιπόν γρήγορα το επανωφόρι μου και , αρπάζοντας το τουφέκι , άνοιξα και πέρασα έξω στο σκοτάδι .

Για μερικές στιγμές ήμουν απόλυτα τυφλός μέχρι τα μάτια μου να συνηθίσουν το μαύρο του σκοταδιού.
Από την μεριά του δρόμου δεν είδα τίποτε, έκανα το γύρω του μαντριού και τότε στο πλάι του βουνού είδα δύο φώτα αυτοκινήτου που απομακρύνονταν.
Αμέσως κατάλαβα ότι ήταν ο φίλος μου ο Δημήτρης που είχε ξεκινήσει πολύ αργότερα από εμένα και μέσα στην πολύ σκοτεινή νύχτα και τον δυνατό αέρα πέρασε από κάτω από το μαντρί, απ όπου δεν το έβλεπε , χάνοντας τον δρόμο.

Στο συγκεκριμένο σημείο τα κινητά δεν πιάνουν , δεν έχουν σήμα.

Τρέχω πίσω μέσα και παίρνω την λάμπα και ανεβαίνοντας σε ένα σημείο όπου φαινόμουν καλά άρχισα να την κουνώ σαν παλαβός .
Ξαφνικά μου φάνηκε ότι τα φώτα σταμάτησαν να απομακρύνονται, ναι σαν να σταθεροποιήθηκαν , τότε τα έχασα, αλλά σε ελάχιστα δευτερόλεπτα τα ξαναείδα και τώρα ήταν πολύ πιο έντονα, μεγάλα .
Επιτέλους είπα μέσα του με είδε στο παρά πέντε και γύρισε.



Σε ένα τέταρτο ο Δημήτρης παρκάρισε δίπλα μου , κατέβηκε γελαστός αλλά κουρασμένος από την πολύωρη νυχτερινή οδήγηση , ιδιαίτερα του τελευταίου κομματιού του ανεβάσματος στο βουνό ,που λόγω του δρόμου που είναι πολύ κακός θέλει πολύ προσοχή ιειδικά μία τέτοια όχι εύκολη νύχτα.

Άμεσα τάισμα και των δικών του σκυλιών μεταφορά μέσα των πραγμάτων , και τελικά των εαυτών μας στην ζέστη της φωτιάς.
Τώρα που ήρθε ο φίλος μου είναι αλήθεια ότι αισθανόμουν καλύτερα , αν και είμαι γενικά τύπος που μου αρέσει να κυνηγώ μόνος μου και να το ζω όπως θέλω εγώ.
Ρίξαμε και άλλα ξύλα στην φωτιά που τώρα είχε και άφθονα κάρβουνα , κάποια τα παραμερίσαμε και είχαμε έτοιμη μία καταπληκτική θράκα για ψήσιμο.
Όπως και έγινε , τρεις μεγάλες μοσχαρίσιες μπριζόλες με κόκαλο χοντρό και ζουμερές , έπεσαν πάνω και αμέσως γέμισαν τον τόπο με την υπέροχη μυρουδιά τους.
Μαζί πέσανε στην θράκα και μερικές μεγάλες πατάτες τυλιγμένες σε αλουμίνιο για να μην αισθάνονται μόνες.



Ανοίξαμε και καλό αγιορείτικο κρασάκι και τις απολαύσαμε με την ησυχία μας , έχοντας για συντροφιά τον αέρα έξω και το τσιτσίρισμα της φωτιάς μέσα.
Σε δεκαπέντε λεπτά κοιμόμαστε βαθιά, κουρασμένοι αλλά και συνάμα ευτυχισμένοι.

Το πρωί σηκωθήκαμε νωρίς για να μην χάσουμε το λάλο , πήραμε τα ζεστά καφεδάκια μας και βγήκαμε έξω, όχι μακριά στα πενήντα μέτρα, για να έχουμε όσο τον δυνατόν καλύτερη ακουστική , ο χθεσινός αέρας πια δεν υπήρχε , τώρα φυσούσε ένα πολύ ελαφρύ αεράκι παγωμένο όμως .

Οι κυρίες του βουνού φάνηκαν πιστές στο ραντεβού τους και την πρέπουσα ώρα άρχισαν την συναυλία .
Ναι μία συναυλία είναι, που ξεκινά ένα όργανο σόλο ,κατόπιν ένα άλλο,και τέλος όλα τα όργανα της ορχήστρας μαζί, και ταυτόχρονα άλλες ορχήστρες προσπαθούν να συναγωνιστούν την πρώτη από διάφορα μέρη του βουνού.
Κοιταχτήκαμε , χαμογελάσαμε , τσουγκρίσαμε τα ποτήρια του καφέ ασυναίσθητα , σαν να χαιρόμαστε ένα ευχάριστο γεγονός .

Οι κοκκινομύτες βασίλισσες ήταν εκεί , και εμείς επίσης , όλα τα άλλα δεν είχαν πια ενδιαφέρον , ούτε νόημα , είχαν μείνει πίσω , μακριά .

ΤΟ ΓΚΟΡΝΤΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΗΣ ΠΕΡΔΙΚΑΣ

Η δικιά μου εμπειρία με το κυνήγι πέρδικας στην Ελλάδα ξεκίνησε με την Νίβα , η οποία αποδείχτηκε άξια όσο παίρνει στο να ανταπεξέλθει στις ειδικές ικανότητες που χρειάζεται ένας δείκτης για να γίνει περισκόσκυλο και να αποδείξει εμπράκτως βέβαια ότι είναι !




Τα ελληνικά βουνά είναι δύσκολα και πολύ ψηλά και σε κάποιες περιπτώσεις οι οποίες είναι αρκετές απόρθητα , εκεί λοιπόν η Νίβα μου ξεκίνησε την καριέρα της σαν κυνηγός περδίκων .


Μεγάλωσε με καλούς κυνηγούς της φυλής των πόιντερ και ίσως αναγκάστηκε να προσαρμοστεί μαζί τους , να μάθει από αυτά και με την ενηλικίωση της να καταφέρει να είναι αντάξια τους και σε μερικές περιπτώσεις καλύτερη .
Αυτή μου απόδειξε τι είναι ένα καλό Gordon, γιατί δεν το κρύβω , ότι αυτά που είχα δει μέχρι την απόκτηση της δεν ήταν καλά και σίγουρα δεν θα έπαιρνα ποτέ ένα Γκόρντον για πέρδικα , αλλά ήρθε και όπως είπα μου απόδειξε ότι ποτέ μην λες ποτέ σε καμία φυλή .
Ακούραστη παθιασμένη , με πολύ καλή αίσθηση θηράματος , ανοικτή όταν έπρεπε ακόμη και σε μεγάλες αποστάσεις , με βασικότερο από όλα ότι κυνηγαγε για μένα αποκλειστικά !

Τα πόιντερ μέχρι τα δύο χρόνια της ήταν πάντα μπροστά και αυτή τις περισσότερες φορές στην συναίνεση , μετά τα πράγματα άλλαξαν , τα πόιντερ ήταν αυτά που τώρα της έκαναν συναίνεση αρκετές φορές.

Την έβαλα και σε αγώνες και συναγωνίστηκε πολλά πόιντερ και σέττερ σε άγρια πέρδικα και μπεκάτσα και πάντα ήταν στην βαθμολογία στις δύο πρώτες θέσεις .
Αυτό την έκανε το καλύτερο φυλής για αρκετά χρόνια , όσο τουλάχιστον κατέβαινα γιατί πάντα προτιμούσα το κυνήγι και εκεί κατανάλωνα τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο μου .
Μετά ήρθε η Μήδεια κόρη της και ο Όλεθρος (χάθηκε άδοξα από φόλα) γιό της και η εικόνα άλλαξε ριζικά και τελειωτικά για μένα γι αυτή την φυλή .
Την καθιέρωσε στην καρδιά μου , την αγάπησα και την έφερε εδώ που είναι τώρα , το 80% των κυνηγόσκυλων μου να είναι Γκόρντον.



Κυνηγάω συνέχεια πέρδικα και δεν έχω κανένα πρόβλημα , ειδικά στα δύσκολα κυνηγοτόπια της Αττικής, Βοιωτίας , Πελοποννήσου και των Κυκλάδων , όπου οι βιότοποι είναι δύσκολοι με πολλά πυκνά , πουρνάρια, κοφτερή πέτρα , αγκάθι , κέδρους τόσο πυκνούς που δεν μπορείς να περπατήσεις , οι θερμοκρασίες ψηλές , ο δε ήλιος τσακίζει τα καλύτερα κυνηγόσκυλα κάποιες φορές .
Όποτε τα είχα προπονημένα και τους έδινα λίγο νερό δεν αντιμετώπισα κανένα πρόβλημα ακόμη και στις 12 το μεσημέρι , κυνηγούσαν με τον κλασσικό ρυθμός τους , ενώ πολλών φίλων τα σκυλιά εγκατέλειπαν .

Βέβαια επιλέγω σκυλιά πια μόνο από την μικρή εκτροφή μου , που την ξέρω και γνωρίζω από αυτά που βλέπω τι να περιμένω.
Το βασικό τους κυνήγι είναι η πέρδικα και εκεί κρίνονται , πού και πού κάνω κάποια εισαγωγή η ζευγάρωμα για να αλλάζω τα άιματα , πάντα με μεγάλη προσοχή , ώστε να μην χαθεί αυτό που έχω καταφέρει μέχρι τώρα .

Η κατασκευή του Gordon setter (σωματότυπος ) είναι τέτοια που τον κατατάσσει κάπου μεταξύ των Αγγλικών και Ηπειρωτικών φυλών , σαν κίνηση , σαν έρευνα , σαν ταχύτητα κλπ
Το κρανίο του σχετικά ογκώδες , φιλοξενεί ένα μεγάλο εγκέφαλο που του προσδίδει εξυπνάδα , οι μεγάλες ρινικές κοιλότητες, του εξασφαλίζουν μία υπέροχη όσφρηση .
Τα δε μάτια του είναι το κάτι άλλο , γλυκά , βαθιά και καθαρά , πάνω στο θήραμα όμως γίνονται γυάλινα , σκληρά από την ένταση και το πάθος !


Θα μου πείτε τώρα δηλαδή να πάρω Γκόρντον και να κυνηγάω πέρδικα !
Η απάντηση είναι όχι , αν δεν γνωρίζετε την φυλή , αν δεν είστε διευθετημένος να επενδύσετε πάνω της και βέβαια να την αγαπήσετε .
Η φυλή υποφέρει από καταχρήσεις και λάθος επιλογές (ιδιαίτερα μορφολογικές ) εκτροφέων και αυτό έχει αποτέλεσμα να είναι ελλιπής με πολλά δείγματα με προβλήματα !



Αν δεν είστε λοιπόν έτοιμος να διαθέσετε πολύ χρόνο και κόπο προτιμήστε άλλη φυλή .
Για παράδειγμα ένα Πόιντερ σαν μέσος όρος βγαίνει πολύ πιο εύκολα και γρήγορα από ένα Γκόρντον , επαναλαμβάνω μιλώντας πάντα για μέσους όρους .

Το Γκόρντον ηλικιώνεται στα 2,5 -3 χρόνια, εκεί κάνει ένα κλικ ( αν έχει κυνηγηθεί και έχει τα προσόντα όπως κάθε κυνηγετικός σκύλος ) μεταμορφώνετε σε ένα κυνηγό απίστευτο , που κάνει για κάθε θήραμα της πατρίδας μας και λαϊκά αν θέλετε γεμίζει τσάντες .

Μετά έχετε τελειώσει δεν πρόκειται να αλλάξετε ποτέ φυλή οικιοθελώς , τα Γκόρντον θα σας έχουν κερδίσει για πάντα .

Παρακάτω σας δίνω ελπίζω μία εξήγηση το γιατί της ύπαρξης αυτού του υπέροχου σκύλου που λέγετε Gordon setter .


Τα Βρετανικά νησιά σε σύγκριση με την Ηπειρωτική Ευρώπη , όπως την Γαλλία, Γερμανία έχουν πολύ λιγότερες φυλές κυνηγετικών σκύλων !
Αυτό οφείλεται στην διαφορετική εξέλιξη του κυνηγιού και τις κυνοφιλίας !
Στην Γαλλία μετά τη Γαλλική επανάσταση τα πάντα άλλαξαν και όλοι οι Γάλλοι απέκτησαν το δικαίωμα να κυνηγού ελεύθερα σε περιοχές που πρώτα ανήκαν αποκλειστικά σε πλουσίους γαιοκτήμονες .




Αυτό έφερε και την μεγάλη ανάπτυξη στην εκεί κυνοφιλία με την δημιουργία νέων φυλών !
Στα Βρετανικά αντίθετα τα πάντα ήταν υπό τον έλεγχο του Βασιλιά και των πλουσίων γαιοκτημόνων που σε τιμωρούσαν μέχρι και με θάνατο αν κυνηγούσες στα κτήματα τους !
Επίσης κάτι πολύ βασικό για την δημιουργία των Βρετανικών φυλών είναι ότι οι πλούσιοι τότε τα μόνα φτερωτά θηράματα που κυνηγούσαν ήσαν οι αγριόγαλοι σε χερσότοπους , οι πέρδικες σε μεγάλα ανοικτά χωράφια και τα μπεκατσίνια σε απέραντους βάλτους !
Αυτά όλα τα μέρη είχαν ένα κοινό παρανομαστή το ανοικτό πεδίο , χωρίς φράκτες και δασάκια ανάμεσα !
Τα κυνηγετικά σκυλιά λοιπόν που χρειαζόντουσαν ήταν γρήγορα ζώα για να καλύπτουν μεγάλες αποστάσεις, με καλή μύτη για να πιάνουν από μακριά τα θηράματα και να μην τα σηκώνουν !
Κάπως έτσι λοιπόν δημιουργήθηκαν οι Αγγλικές και οι υπόλοιπες Βρετανικές φυλές κυνηγόσκυλων , πάντα από ανθρώπους πλουσίους που είχαν τον χρόνο και το χρήμα να διαθέσουν !
Μέσα λοιπόν στα Βρετανικά νησιά βρίσκεται και η Σκωτία , μία χώρα με αρκετή ποικιλία περιβάλλοντος και με αρκετά ορεινά σκληρά μέρη !
Εκεί λοιπόν πάντα κάποιοι πλούσιοι λόρδοι για την ακρίβεια θεώρησαν ότι για το κυνήγι που τους άρεσε με τα θηράματα που προανέφερα αλλά και με την δυσκολία των κυνηγότοπων της σκληρής Σκωτίας έπρεπε να φτιάξουν ένα σκυλί που να έχει μεν τα χαρίσματα των άλλων Βρετανικών φυλών αλλά από την άλλη να μπορεί να ανταπεξέλθει στις μορφολογικές και περιβαλλοντικές συνθήκες της Σκωτίας , έτσι δημιουργήθηκε η καταπληκτική φυλή των Γκόρντον Σέτερ η άλλως Σκωτικό σέττερ !
Μία φυλή σκληρή και λίγου άγριου χαρακτήρα σαν τη ίδια την Σκωτία που κυνηγά με τον δικό της ρυθμό και τρόπο όλη την ημέρα από τα χάραμα μέχρι την δύση !
Κυνηγά ανελέητα , μεθοδικά και σκληρά , με την δικιά της κίνηση που δεν αφήνει περιθώρια σε κανένα θήραμα να γλυτώσει αν το ακολουθεί ένα έμπειρο κυνηγετικά και υγιές Γκόρντον !

Και αυτή η φυλή όμως υπέστη την βεβήλωση στα καταπληκτικά κυνηγετικά προσόντα της όπως και το Ιρλανδέ χάρη της υπέροχης αγέρωχης ομορφιά τους .
Μπήκαν στα σαλόνια κυνοφίλων μη κυνηγών και έγιναν σκυλιά 70-75 πόντων με βαριά σωματική κατασκευή , υπέροχα κεφάλια και καταπληκτικά τριχώματα .
Ευτυχώς όπως πάντα όμως κάποιοι αντιστάθηκαν στο εύκολο χρήμα και προσπάθησαν με δόντια και νύχια να κρατήσουν αυτή την φυλή για αυτό που γεννήθηκε ένα υπέροχο κυνηγό !




Ένα υπέρ της φυλής ότι διαδώθηκε σε αρκετές χώρες της Ευρώπης , Γαλλία, Γερμανία , Ελβετία , αλλά και του νέου κόσμου ΗΠΑ , Αυστραλίας κλπ και έτσι άρχισε πάλι να αποκτά τα χαρισματικά της κυνηγετικό προσόντα .

Προσοχή λοιπόν εδώ όταν επιλέγεται Γκόρντον , να βλέπετε τους γονείς να κυνηγού σε άγριο θήραμα , να έχουν πάθος , φέρμα και τότε μόνο να αγοράζεται .
Να είναι επίσης κανονικού πάντα αναστήματος, ποτέ μεγάλου μεγέθους εκτός κάποιων εξαιρέσεων θα έχετε πολλά προβλήματα με αποτέλεσμα την κακοφημία και εγκατάλειψη της φυλής !

ΟΙ ΠΕΡΔΙΚΕΣ

Το κυνήγι που αγαπώ περισσότερο είναι η πέρδικα , με πρώτη την ορεινή και κατόπιν την νησιώτισσα !
Πιο κάτω λοιπόν θα αναφέρω λίγα δικά μου λόγια γι αυτό το θήραμα και κατόπιν θα σας περιγράψω τις κυνηγετικές μου εμπειρίες με τα Γκόρντον σέττερ σ αυτό το θήραμα.

ΟΙ ΠΕΡΔΙΚΕΣ




Η Μυθολογία τη θέλει όμορφη νύφη, της οποίας τα θέλγητρα, ενόχλησαν την Μητέρα των Θεών, την Ήρα, που την γκρέμισε από την Ακρόπολη. Η Παλλάδα Αθηνά όμως την λυπήθηκε και την μεταμόρφωσε σε πουλί για να σωθεί. Αυτό το πουλί γέμισε από τότε τα Ελληνικά βουνά, που αντιλαλούσαν από το κελάηδημά της!

Οι αρχαίοι μας πρόγονοι είχαν ξεχωρίσει τα δύο συγγενικά είδη πέρδικας, κυρίως από το κελάηδημά τους, γεγονός που επιβεβαιώνει ο Θεόφραστος, λέγοντας πως "οι πέρδικες εντεύθεν του Κορυδαλλού κακαβίζουν (δηλ.κακαρίζουν) ενώ οι άλλες τιτιβίζουν" . Ο Αριστοτέλης το "κακάρισμα" το έλεγε "κακάβισμα", υποστηρίζοντας πως οι πέρδικες παράλλασσαν την φωνή τους.

Οι αρχαίοι Ρωμαίοι αποκαλούσαν την Ελληνική πέρδικα "κουτορνίθι", παραφθορά της λέξης "κοθόρνιθα", από τους κοθόρνους, τα αρχαία πολεμικά σανδάλια. Κι' αυτό λόγω του κόκκινου χρώματος των σανδαλιών και του ίδιου χρώματος των ποδιών της πέρδικας. Όσοι λοιπόν, από άγνοια χρησιμοποιούν την λέξη "κουτορνίθι" για την Ελληνική πέρδικα, θα πρέπει μάλλον να την απευθύνουν σε άλλο είδος! Πάντως όχι στην πέρδικα, της οποίας η πονηριά και η εξυπνάδα, έχουν εγκωμιαστεί όχι μονάχα από τους ερευνητές, αλλά και από την Ελληνική λαϊκή Μούσα.



Η Ελληνική πέρδικα αναφέρεται σε πολυάριθμους πληθυσμούς μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Λέγεται δε πως με ειδικές μεθόδους συλλαμβάνονταν και σε μεγάλους αριθμούς, γίνονταν η εξαγωγή της για τον εμπλουτισμό των βιοτόπων άλλων Ευρωπαϊκών χωρών.

Αν οι συνήθειες και η βιολογία της μνημονεύονται από τους ερευνητές και τους φυσιοδίφες, η νεότερη λαϊκή ποίηση, αλλά και η λογοτεχνία, αφιερώνουν αμέτρητους στίχους και διηγήματα με προσωποποιημένη την πέρδικα ή αντίστροφα.
H πέρδικα ανήκει στην τάξη των ορνιθομόρφων (Galliformes), πού η εμφάνισης τους πηγαίνει πίσω στην παλαιόκαινο περίοδο, πριν από 50 –60 εκατομμύρια χρόνια. Η τάξη αυτή περιλαμβάνει πουλιά μέσου, αλλά και μεγάλου μεγέθους.
Εντάσσεται στην οικογένεια των Φασιανίδων (Phasianidae) που περιλαμβάνει 178 είδη περίπου σ' ολο τον κόσμο και στην υποοικογένεια των περδικίνων (Perdicinae), στην οποία ανήκουν 132 είδη.



ΒΙΟΛΟΓΙΑ
Η πέρδικα είναι μονογαμικό πουλί, αν κι έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις όπου η αρσενική , ανάλογα με το κοπάδι, μπορεί να ζευγαρώσει με περισσότερες θηλυκές.
Η πέρδικα είναι πουλί παμφάγο, σπόροι, βλαστάρια, έντομα ,σκουλήκια, ακρίδες, καρπούς κ.λ.π. Πάντα μαζί με την τροφή τρώει και μερικά πετραδάκια που την βοηθούν στην πέψη.

Οι πέρδικες τρέφονται νωρίς το πρωί και αργά το απόγευμα.
Το βράδυ συγκεντρώνεται το κοπάδι σε ορισμένο μέρος για το κούρνιασμα.
Η περίοδος αναπαραγωγής αρχίζει τον Ιανουάριο, Φεβρουάριο και τα πουλά τότε σχηματίζουν ζευγάρια. Κάνουν 10-15 αυγά που εκκολάπτουν για 20 ημέρες περίπου.
Εχθροί της πέρδικας είναι τα γεράκια , η αλεπού, τα φίδια .τα κοράκια, το τσακάλι κ.λ.π.

Στην πατρίδα μας απαντώνται 3 είδη.:

H ALECTORIS GRAECA-GRAECA η ελληνική πέρδικα , που ακούει στις ονομασίες βουνίσια η πετροπέρδικα.

H ALECTORIS CHUKAR η νησιώτικη πέρδικα


ALECTORIS GRAECA-GRAECA



(Το βιντεάκι είναι του Κ Γκριτζάλα)

Πετροπέρδικα
Γενική περιγραφή
Μήκος. 32-35 εκ. περίπου
Βάρος. 900 γρ. Περίπου
Άνοιγμα φτερούγων. 46-53 εκ

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα:Το πάνω μέρος του σώματος της , το κεφάλι , το στήθος και η κοιλιά είναι γκριζωπά. Στα πλευρά της υπάρχουν 12-13 εναλλασσόμενες εγκάρσιες λωρίδες μαύρου και λευκού χρώματος. Ο χαλινός , το σημείο που ενώνεται η βάση του ράμφους με την μαύρη λουρίδα που περιβάλει τον λαιμό, είναι μαύρος . Περιδέραιο σε σχήμα U. Το μαύρο περιλαίμιο που περιβάλλει τα μάτια περνά πάνω απ' αυτά και καταλήγει στο λαιμό σε σχήμα ωοειδές. Τα καλυπτήρια της ωτικής χώρας είναι γκριζωπά. Το λευκό πάνω από το μαύρο περιλαίμιο εκτείνεται μέχρι και το τέλος του κεφαλιού. Το ράμφος της είναι κοντό, καμπύλο και κόκκινου χρώματος, όπως και τα πόδια της.
Βιότοπος. Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησος, Θεσσαλία, Ήπειρος, Μακεδονία, Νησιά Ιονίου, Κύθηρα.
Φωνή. Διαπεραστική μεταλλική, με χαρακτηριστικό τσίκιρι-τσικ, τσίκιρι-τσικ.



H ALECTORIS CHUKAR




Νησιώτικη Πέρδικα
Γενική περιγραφή
Μήκος. 30-32 εκ. περίπου
Bάρος. 750 γρ. Περίπου
Άνοιγμα φτερούγων. 45-50 εκ


Χαρακτηριστικά γνωρίσματα: Ράχη, καστανόγκριζη. Στήθος και κοιλιά χρώματος γκρίζου, που καταλήγει σε κεραμιδί. Στα πλευρά της υπάρχουν 8-10 λωρίδες μαύρου χρώματος. Ο χαλινός της, το τμήμα ανάμεσα στη βάση του ματιού, είναι λευκός σε σχήμα V.Φέρει επίσης μαύρη ράβδωση, στο κεφάλι, που στενεύει πίσω από το μάτι και γίνεται διακεκομμένη.Το υπογάστριο φέρει σταχτοκόκκινο φτέρωμα, με κηλίδες προς τη μέση του στήθους που το κάνουν γκριζόλευκο. Οι ωτικές χώρες επίσης είναι πιο καστανές. Τα αρσενικά άτομα στο μέσο μέρος του ταρσού, φέρουν κεράτινη διόγκωση (κότσι), απ' όπου προήλθε και η λαϊκή ονομασία τους « Κότσος».
Βιότοπος. Νησιά του Αιγαίου , Κρήτη, Ανατολική Θράκη.
Φωνή. Δυνατή, με χαρακτηριστικό κάκαρα-κακ κάκαρα κακ..


ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΗΣ ΠΕΡΔΙΚΑΣ




Για πολλούς θεωρείται το πιο δύσκολο, αλλά και το πιο λεβέντικο κυνήγι. Χρειάζονται αρκετές γνώσεις, γυμνασμένα πόδια, μεγάλη αντοχή, δυνατοί πνεύμονες και το βασικότερο ικανά περδικόσκυλα. Τα περδικόσκυλα πρέπει να είναι σκυλιά δείκτες με ανοικτή έρευνα, πολύ καλή όσφρηση, αντοχή, και σταθερή φέρμα.
Τέτοια κυνηγόσκυλα μπορεί να επιλέξει ο κυνηγός κατά κύριο λόγο ανάμεσα στις Αγγλικές (Σέτερ- Πόιντερ}φυλές, αλλά συχνά αξιόλογα σκυλιά , κατάλληλα γι' αυτό το κυνήγι , υπάρχουν και ανάμεσα στις Ηπειρωτικές φυλές κατά την γνώμη μου.
Σε γενικές γραμμές δεν υπάρχει κάποια μαγική «συνταγή» για το ιδανικό περδικόσκυλο. Υπάρχουν απλά τα ικανά και τα λιγότερο ικανά πουλόσκυλα.

Όπως όλα τα είδει κυνηγίου , έτσι και και το κυνήγι της πέρδικας θέλει ιδιαίτερη προσοχή και είναι λόγω των βουνών επίπονο και απρόσιτο για ερασιτέχνες ως επικίνδυνο για τον ευατό τους.



Ντεμί τσόκ (***) και φυσίγγια με μέτρια – ισχυρή γόμωση και σκάγια 6-7 θεωρούνται καλές προϋποθέσεις για εύστοχο αποτέλεσμα. Προσοχή επίσης στίς μακρινές τουφεκιές, είναι κρίμα να τραυματίζονται πουλιά και να χάνονται στον ορίζοντα ,να αιμορραγούν μέχρι να ψοφήσουν μακριά μας, άσκοπα.
Το κυνήγι της πέρδικας ξεκινά όταν ο καιρός είναι ζεστός ακόμη. Ο κυνηγός χρειάζεται ελαφριά ενδύματα , ώστε να αναπνέει το σώμα του, τα άρβυλα πρέπει να είναι άριστης ποιότητας, ελαφριά που να κρατούν την άρθρωση του αστραγάλου σε σωστή θέση.
Απαραίτητο βάρος το νερό για μας και τα σκυλιά μας. Επίσης ένα μικρό φαρμακείο- δεματάκι θα ήταν μεγαλύτερη ασφάλεια.