Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2010

ΚΥΝΗΓΩΝΤΑΣ ΠΕΤΡΟΠΕΡΔΙΚΕΣ

Έκλεισα την παλαιά ξύλινη πόρτα και προχώρησα προς το μισοκαπνισμένο τζάκι .
Έξω ο παγωμένος αέρας που εξακολουθούσε να σιγοπνέει , άρχισε να δυναμώνει απρόσμενα και ζωηρεύοντας κάποια στιγμή ξεσηκώνει τούφες από ξερόχορτα .



Ευτυχώς που είχα προλάβει να τελειώσω τα απαραίτητα διαδικαστικά της βραδινής αφίξεως μου στο ψηλό οροπέδιο , τάισμα σκύλων , μεταφορά πραγμάτων, και να μπω σ αυτό το παλιό μαντρί από πέτρα , που έστεκε ορθό , σε πείσμα του χρόνου, σαν μαρτυρία της υπάρξεως κάποτε μία άλλης ζωής εδώ ψηλά, όταν φιλοξενούσε τον όποιο κτηνοτρόφο της περιοχής.

Τοποθέτησα στον παλιό ξύλινο πάγκο από κομμένο κορμό δέντρου το όπλο και τα φυσίγγια και τα βασικά απαραίτητα είδη .
Aναψα την γκαζόλαπα και έριξα ξύλα στο τζάκι από αυτά που ανέβασα με το φορτηγάκι μαζεύοντας τα στον δρόμο.
Του έβαλα μπουρλότο μ ένα δαδί , αμέσως η φωτιά ανδρώθηκε, φώτισε φυσικά τον χώρο δημιουργώντας την πρέπουσα ατμόσφαιρα.

Ήταν στιγμή χαλάρωσης, γι αυτό έφερα τα τέσσερα μου σκυλιά μέσα και τα άφησα να καθίσουν δίπλα στην φωτιά, και αυτά λες και το είχαν ανάγκη αυτό και το περίμεναν αμέσως ξάπλωσαν ήσυχα .

Ανοιξα το φορητό μου ράτσο , ξάπλωσα πάνω του χαλαρώνοντας πλήρως παρατηρώντας τις σπίθες της φωτιάς που ανέβαιναν σαν φωτεινές πυγολαμπίδες και εξαφανιζόντουσαν
στο σκοτεινό στόμιο του τζακιού με το χέρι μου να χαϊδεύει τον πιο κοντινό σκύλο μου .
Η φλόγα ολοένα και δυνάμωνε , καταβροχθίζοντας τα ξερόκλαδα και τα ξύλα που είχα ρίξει ζωγραφίζοντας με ανταύγειες τα αντικείμενα ολόγυρα.
Και έτσι όμως με χτυπούσε η ζεστασιά στο πρόσωπο, ένιωθα τα μάτια μου να βαραίνουν και να μισοκλείνουν από κούραση, ενώ πια έξω ήταν νύχτα ο αέρας έδειχνε τα δόντια του και τις άγριες διαθέσεις του ειδικά για όποιον αυτή την νύχτα δεν ήταν σε κάποιοι κατάλυμα.




Χωρίς να το καταλάβω με πήρε ο Μορφέας στον δικό του ονειροπόλο κόσμο .
Ξαφνικά βρέθηκα σε αλπική ζώνη , σε ένα πανέμορφο οροπέδιο απʼ όπου σχεδόν όλες τις μεριές του πέρδικες καλωσόριζαν τον ερχομό του θεού ήλιου και της θαλπωρής που πάντα φέρνει μαζί του.
Ετοιμάστηκα λοιπόν , πήρα τα δύο από τα σκυλιά μου και άρχισα να ανηφορίζω προς την πιο κοντινή πλαγιά , ο αέρας λες και σεβόταν την άφιξη της καινούργιας ημέρας που είχε διώξει το σκοτάδι, τις σκιές και το ουρλιαχτό τού ανέμου .

Ήδη τα σκυλιά στα 150 μέτρα, κτένιζαν γρήγορα αλλά και μεθοδικά την πλαγιά .
Μετά από σαράντα πέντε λεπτά περπατήματος βλέπω τα δύο ζώα να χαμηλώνουν να σηκώνουν το κεφάλι για να πάρουν καλύτερα τον αέρα και με προσεχτικό βηματισμό να μένουν σε μία όμορφη τυπική φέρμα.

Αφημένος τελείως στο όνειρο μου και πάνω στην στιγμή της δράσης , άγρια γαβγίσματα από τους τετράποδους συντρόφους μου , διακόπτουν άτσαλα την ονειρική σκηνή και με επαναφέρουν στην πραγματικότητα
Και τα τέσσερα σκυλιά αγριεμένα γαβγίζουν γυρισμένα προς την πόρτα με το τρίχωμα τους σηκωμένο στην πλάτη και στο λαιμό.

Εγκαταλείποντας το ζεστό μου κρεβάτι , βημάτισα προς το παραθύρι καθησυχάζοντας τα σκυλιά που άρχισαν να ηρεμούν .
Κοίταξα με προσοχή έξω αλλά δεν φαινόταν τίποτε εκτός από το απόλυτο σκοτάδι , προσπάθησα να αφουγκραστώ αλλά τίποτε, ο αέρας που λυσσομανά έξω δεν μου δίνει περιθώρια για να ακούσω κάτι .



Φόρεσα λοιπόν γρήγορα το επανωφόρι μου και , αρπάζοντας το τουφέκι , άνοιξα και πέρασα έξω στο σκοτάδι .

Για μερικές στιγμές ήμουν απόλυτα τυφλός μέχρι τα μάτια μου να συνηθίσουν το μαύρο του σκοταδιού.
Από την μεριά του δρόμου δεν είδα τίποτε, έκανα το γύρω του μαντριού και τότε στο πλάι του βουνού είδα δύο φώτα αυτοκινήτου που απομακρύνονταν.
Αμέσως κατάλαβα ότι ήταν ο φίλος μου ο Δημήτρης που είχε ξεκινήσει πολύ αργότερα από εμένα και μέσα στην πολύ σκοτεινή νύχτα και τον δυνατό αέρα πέρασε από κάτω από το μαντρί, απ όπου δεν το έβλεπε , χάνοντας τον δρόμο.

Στο συγκεκριμένο σημείο τα κινητά δεν πιάνουν , δεν έχουν σήμα.

Τρέχω πίσω μέσα και παίρνω την λάμπα και ανεβαίνοντας σε ένα σημείο όπου φαινόμουν καλά άρχισα να την κουνώ σαν παλαβός .
Ξαφνικά μου φάνηκε ότι τα φώτα σταμάτησαν να απομακρύνονται, ναι σαν να σταθεροποιήθηκαν , τότε τα έχασα, αλλά σε ελάχιστα δευτερόλεπτα τα ξαναείδα και τώρα ήταν πολύ πιο έντονα, μεγάλα .
Επιτέλους είπα μέσα του με είδε στο παρά πέντε και γύρισε.



Σε ένα τέταρτο ο Δημήτρης παρκάρισε δίπλα μου , κατέβηκε γελαστός αλλά κουρασμένος από την πολύωρη νυχτερινή οδήγηση , ιδιαίτερα του τελευταίου κομματιού του ανεβάσματος στο βουνό ,που λόγω του δρόμου που είναι πολύ κακός θέλει πολύ προσοχή ιειδικά μία τέτοια όχι εύκολη νύχτα.

Άμεσα τάισμα και των δικών του σκυλιών μεταφορά μέσα των πραγμάτων , και τελικά των εαυτών μας στην ζέστη της φωτιάς.
Τώρα που ήρθε ο φίλος μου είναι αλήθεια ότι αισθανόμουν καλύτερα , αν και είμαι γενικά τύπος που μου αρέσει να κυνηγώ μόνος μου και να το ζω όπως θέλω εγώ.
Ρίξαμε και άλλα ξύλα στην φωτιά που τώρα είχε και άφθονα κάρβουνα , κάποια τα παραμερίσαμε και είχαμε έτοιμη μία καταπληκτική θράκα για ψήσιμο.
Όπως και έγινε , τρεις μεγάλες μοσχαρίσιες μπριζόλες με κόκαλο χοντρό και ζουμερές , έπεσαν πάνω και αμέσως γέμισαν τον τόπο με την υπέροχη μυρουδιά τους.
Μαζί πέσανε στην θράκα και μερικές μεγάλες πατάτες τυλιγμένες σε αλουμίνιο για να μην αισθάνονται μόνες.



Ανοίξαμε και καλό αγιορείτικο κρασάκι και τις απολαύσαμε με την ησυχία μας , έχοντας για συντροφιά τον αέρα έξω και το τσιτσίρισμα της φωτιάς μέσα.
Σε δεκαπέντε λεπτά κοιμόμαστε βαθιά, κουρασμένοι αλλά και συνάμα ευτυχισμένοι.

Το πρωί σηκωθήκαμε νωρίς για να μην χάσουμε το λάλο , πήραμε τα ζεστά καφεδάκια μας και βγήκαμε έξω, όχι μακριά στα πενήντα μέτρα, για να έχουμε όσο τον δυνατόν καλύτερη ακουστική , ο χθεσινός αέρας πια δεν υπήρχε , τώρα φυσούσε ένα πολύ ελαφρύ αεράκι παγωμένο όμως .

Οι κυρίες του βουνού φάνηκαν πιστές στο ραντεβού τους και την πρέπουσα ώρα άρχισαν την συναυλία .
Ναι μία συναυλία είναι, που ξεκινά ένα όργανο σόλο ,κατόπιν ένα άλλο,και τέλος όλα τα όργανα της ορχήστρας μαζί, και ταυτόχρονα άλλες ορχήστρες προσπαθούν να συναγωνιστούν την πρώτη από διάφορα μέρη του βουνού.
Κοιταχτήκαμε , χαμογελάσαμε , τσουγκρίσαμε τα ποτήρια του καφέ ασυναίσθητα , σαν να χαιρόμαστε ένα ευχάριστο γεγονός .

Οι κοκκινομύτες βασίλισσες ήταν εκεί , και εμείς επίσης , όλα τα άλλα δεν είχαν πια ενδιαφέρον , ούτε νόημα , είχαν μείνει πίσω , μακριά .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου