Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

ΤΟ ΟΡΤΥΚΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΟΥ





Tέλος Μαρτίου, αρχές Απριλίου, μαζί με τον ήλιο που δεν έμεινε κει κάτω που πήγε, μας έρχονται και τα ορτύκια. Τα μικρά αυτά πουλιά, οι χαμοπέρδικες, αψηφώντας όλους τούς κινδύνους ενός τέτοιου μακρινού ταξιδιού απάνω από τη Μεσόγειο.

Τα ορτύκια είναι τα μικρότερα από όλα τα ορνιθοειδή. Τα φτερά τους με λίγο κίτρινο και καφέ, αλλά πολύ ανοιχτό, παίρνουν ένα χρώμα σαν τη γη και γι' αυτό δύσκολα διακρίνονται στο χώμα όπου ζουν. Αλλά και μεταξύ τους δεν διακρίνονται, δηλ. ποιο είναι το αρσενικό και ποιο το θηλυκό, εκτός σ' εξασκημένο μάτι, από την κοψιά και τη ζωηράδα που δείχνει το ζωντανό αρσενικό, ή από εκείνο το χαρακτηριστικό ξεφώνημα κριιικ που βγαίνει το ίδιο τις περισσότερες φορές στο σήκωμα.

Ζουν σε πεδιάδες ή ελαφρές πλαγιές, σε καλλιεργημένους ή χέρσους τόπους τσαΐρια χωρίς νερά. Ένα κρίκ κρίκ κρίκ από την χαραυγή ως το κολατσιό, μαρτυράει που γυροφέρνουν.
Αυτό το τραγούδι τους θα 'κανε την πέρδικα να θυμώσει, γιατί της παράβγαιναν στο πρωινό της λάλημα και γι' αυτό αν και συγγενόπλα της, έκοψε κάθε σχέση μαζί τους.


Η μούσα μας αποθανάτισε αυτά τα τσακώματα τους.

«Ένα πουλί θαλασσινό κι ένα πουλί βουνίσιο

τα δύο παραμαλώνανε ποιο να πρωτολαλήσει

γυρίζει το θαλασσινό και λέει του βουνίσιου

μη με μαλώνεις ρε πουλί και μη με παραπαίρνεις

εγώ πουλί μ' δε κάθομαι στο ιδικό σου τόπο

κι αν κάτσω Μάη και θεριστή κι όλο τον Αλωνάρη

κι αν πάρω κι απ' τον Αύγουστο ως είκοσι μερούλες»



Τρώνε σποράκια φύλλα, σκαθάρια, και σαλιγκάρια. Νερό αν βρουν πίνουν, αν δεν βρουν δεν πίνουν. Τους αρκεί η δροσιά και το νερό που έχει η τροφή τους. Τη φωλιά τη φτιάχνει το θηλυκό με λίγα χορταράκια μέσα σ' ένα μικρό βαθούλωμα χωρίς καμία τέχνη και χωρίς να βοηθιέται από το αρσενικό. Τα 8-12 αυγά του τα κλωσάει επίσης μονάχα αυτό. Το αρσενικό δεν ενδιαφέρεται ούτε για την κλώσα, ούτε για ι' αυγά, ούτε και για μικρά που έρχονται στον κόσμο σε 18-19 μέρες.

Τα ορτύκια, μόλις βγουν από το αυγό, μπορούν ν' ακολουθούν τη μάνα ευθύς βαδιστικά και σε 5-6 εβδομάδες αναπτύσσονται τόσο, ώστε μπορούν να ξεκινήσουν για την Αφρική, για το μεγάλο ταξίδι τους.

Το ζευγάρι, πολλές φορές τον Αύγουστο, κάνει άλλη μία γέννα... Τα μικρά ως να ξεκινήσουν για την Αφρική, προφταίνουν και μεγαλώνουν κι έτσι μπορούν κι
αυτά να μεταναστεύουν, έστω και τελευταία. Έτσι εξηγείται ακόμα γιατί πετυχαίνουν να σκεπάζουν όλες τις ζημιές που τους κάνουν οι νυφίτσες, οι αλεπούδες, οι γάτες, οι σκαντζόχοιροι, τα γεράκια κι οι κακοκαιρίες όταν περνούν τη Μεσόγειο.

Αρχές Σεπτεμβρίου με 15-20 Οκτώβρη, σπάνια αρχές Νοέμβρη, φεύγουν για την Αφρική, όπου θα ξεχειμωνιάσουν. Συνήθως ξεκινούν μ' ελαφρό δυτικό, νοτιοδυτικό πουνέντη, πονεντογαρμπή ή με βορειοανατολικό γραίγο. Με βοριάδες δεν ξεκινούν ποτέ, γιατί με το χτύπημα που τους κάνει από πίσω, δεν τα' αφήνει να πετάξουν. Αν λοιπόν, όταν γίνονται τα περάσματα, συμπέσει να φυσάει βοριάς, βρίσκονται πολλά στις θέσεις από όπου ξεκινούν π.χ. στη Λαυρεωτική, στη Μάνη κλπ., γιατί περιμένουν ν' αλλάξει ο καιρός.

Ανάλογα με τον καιρό, πετούν άλλοτε ψηλά ως δύο χιλιάδες μέτρα, κι άλλοτε πάνω από τη θάλασσα μόλις λίγα μέτρα.

Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, μερικοί λένε ότι αμολάνε ένα λιθαράκι που κρατούν στο στόμα του για να δουν πόσο είναι από κάτω η θάλασσα, μήπως μέσα στο πέταμα τους δεν προσέξουν και πέσουν στο νερό. «Η αλεπού δεν χώραγε στην τρύπα της, κολοκύθια στην ουρά της κρέμαγε», λέει μία παροιμία. Αυτά δεν μπορούν έτσι να περάσουν την Μεσόγειο, λιθάρια στο στόμα τους θα κρατούν. Αλλά άσχετα προς αυτό, πως είναι δυνατόν ν' ακούσουν το μικρό λιθαράκι μέσα στον θόρυβο που κάνει το πέταμα τους και πως εξ άλλου, θα προφταίνουν να το ακούσουν, όταν πέφτουν με μία ταχύτητα μεγαλύτερη από σαράντα χιλιόμετρα την ώρα; Φαίνεται ότι θα τ' ακούνε τα πίσω που έρχονται και θα σφυρίζουν το νέο στα μπροστά για να κανονίζουν το ύψος!

Άλλοι πάλι λένε όχι αν κουραστούν κι η θάλασσα είναι ήσυχη, κάθονται στο νερό κι όταν ξεκουραστούν, ξαναπετάνε. Αμ τότε τι τα θέλουν τα λιθαράκια, αφού μπορούν σαν άλλοι γλάροι να κάθονται και να ξεκουράζονται;

Κακόμοιρα ορτύκια! Δε σας φτάνουν τα βάσανα του ταξιδιού σας, έχετε το βάσανο ν' ακούτε του καθενός το μακρύ και το κοντό...

Μόλις φτάσουν στην Αφρική, πέφτουν αποκαμωμένα κατάνακρα στην παραλία. Συνέρχονται όμως γρήγορα κι αρχίζουν να φεύγουν προς το εσωτερικό. Έτσι εξακολουθούν το ταξίδι τους ως τον Ισημερινό και πιο κάτω, χωρίς σ' όλο αυτό το ταξίδι τους να χρησιμοποιούν τις φτερούγες τους, εκτός σ' εξαιρετικές περιστάσεις.

Στα ταξίδια τους πετούν σε κοπάδια από εκατοντάδες και χιλιάδες κομμάτια. Το αντάμωμα τους γίνεται τυχαία στις θέσεις απ' όπου ξεκινούν κι όχι ύστερα από συνεννόηση, όπως συμβαίνει μ' άλλα πουλιά, π.χ. με τα χελιδόνια.



Στην Ελλάδα, αν και το χειμώνα το κρύο πολλές φορές είναι αρκετά τσουχτερό, βρίσκονται πολλά σ' ορισμένα μέρη, όπως π.χ. στην κοιλάδα του Μόρνου, στην Αγια, στον Αλμυρό, στην Κωπαΐδα, σε διάφορες θέσεις της Αττικής κλπ. Είναι τα πληγωμένα, τ' αδύνατα τα πολύ παχιά, ή τα από αργές γέννες. Καταλαβαίνουν ότι δεν αντέχουν για ένα τόσο μακρινό ταξίδι και προτιμούν να μείνουν μαζί μας. Ίσως μάλιστα, αυτά δεν θα 'πρεπε να σκοτώνονται, γιατί μέσα στα πολλά χρόνια, θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε ντόπια, δηλαδή σε καθεστικά και τότε κάθε χειμώνα θα 'χαμε περισσότερα απ' όσα τώρα..

Στο ανέβασμα τους για την Ευρώπη, τα πολλά δεν προτιμούν την Ελλάδα που στέκει τόσο μακριά από την Αφρική. Δεν είναι τότε τόσο παχιά όσο στο κατέβασμα και τα κότσια τους δεν το λένε για τέτοιο μεγάλο πήδημα.



Το κυνήγι τους

Οι προπάπποι μας, οι αρχαίοι Έλληνες, είχαν τόσα πολλά κυνήγια, ώστε θα ήταν αστείο να σκεπτόντουσαν τα ορτύκια. Έπιαναν όμως μερικά και τα χρησιμοποιούσαν ως ζωντανούς στόχους στην εξάσκηση τους με βέλη. Τα μεταχειριζόντουσαν ακόμα και για ορτυκομαχίες με στοιχήματα, δηλ. κάτι παρόμοιο για τις σημερινές κοκορομαχίες που γίνονται αλλού.
Οι συνθήκες όμως άλλαξαν. Τα χοντρά κυνήγια ή ξεπαστρεύτηκαν ή λιγόστεψαν, τα μέσα εξελίχτηκαν. Γι' αυτό οι τωρινοί κυνηγοί δεν ικανοποιούνται λίγο αν σε κάθε κυνηγετική περίοδο, μπορούν να 'χουν στο ενεργητικό τους και μερικές δεκάδες κι απ' αυτά.

Στο κυνήγι του ορτυκιού, το σκυλί φέρμας είναι απαραίτητος σύντροφος. Χωρίς αυτό, δεν σηκώνονται εύκολα, τα πληγωμένα δεν βρίσκονται, και πολλά από τα σκοτωμένα χάνονται.

Η μυρουδιά που αφήνει το ορτύκι είναι αρκετά δυνατή και το σκυλί δεν αργεί να το ανακαλύψει. Αλλ' αυτό μόλις καταλάβει ότι κυνηγιέται, περπατάει δώθε εκείθε και ξεφεύγοντας, το κουράζει. Αν μάλιστα το κυνήγι κρατήσει πέρα από τις 10, μέσα στην τότε ζέστη, από την κούραση αναγκάζεται ν' ανοίγει το στόμα του. Έτσι όμως ρουφάει πολύ σκόνη, πρώτη αφορμή της μόρβας και παύοντας πια να μυρίζεται καλά, δυσκολεύεται ακόμα περισσότερο. Στην περίπτωση αυτή, ο κυνηγός πρέπει κάθε μισή ώρα να κόβει το κυνήγι ως δέκα λεπτά για να του δίνει τον καιρό να ξεκουράζεται και μετά την ξεκούραση να του δίνει δύο τρεις γουλιές νερό.

Χωρίς σκυλί, ο καθένας καταλαβαίνει ότι το κυνήγι του ορτυκιού δεν είναι εύκολο. Αν όμως, οι κυνηγοί είναι δύο τρεις και κυνηγούν ο ένας δίπλα στον άλλον, προϋποθέτεται βέβαια ότι θα 'ναι μυαλωμένοι και συγκρατημένοι κι ο καθένας τους δεν θα στέλνει τα σκάγια του στους συντρόφους του, είναι αρκετά εύκολο να βρεθούν κι αυτοί στην ευχάριστη θέση να δείχνουν λίγα, όταν μετά το κυνήγι σ' όποιο χάνι ή αλλού δείχνονται τα σκοτωμένα, όπως συνηθίζεται από πολλούς.

Στην ίδια ευχάριστη θέση θα βρεθούν ακόμα κι εκείνοι που κρεμούν πίσω στη μέση τους ένα καλάμι μακρύ τόσο, ώστε με το περπάτημα να χτυπάει κάτω για ν' αναγκάζονται τα ορτύκια από φόβο, να σηκώνονται, μέθοδο που τη χρησιμοποιούσαν πολύ συχνά παλιότερα κυρίως στα νησιά. Δεν αποκλείεται να 'χουν και μία σφυρίχτρα στο στόμα και κάθε δύο τρία βήματα να σφυρίζουν για ν' ακούγονται και να μη φάνε σκάγια από άλλους κυνηγούς, που μαζεύονται στα ίδια μέρη για κυνήγι, που κι αυτοί, σίγουρα, θα κρατούν σφυρίχτρα στο στόμα και καλάμι στο χέρι, ή κρεμασμένο από τη μέση. Είναι ή κάνουν τον κυνηγό, αδιάφορο. Αρκεί ότι έχουν άδεια κυνηγίου και μερικές χιλιάδες δραχμές, που όπως λένε, αντί να τις πιούνε στο καφενείο ή να τις σκοτώσουν σε κάποια ταβέρνα, τις τρώνε στο κυνήγι.

Αν οι γυναίκες και τα παιδιά τους δεν
έχουν λίγα χρήματα να περάσουν κάπου ανάλογα, αλλά ούτε να εξοικονομήσουν κάπως άνετα το ψωμί τους, ποιος τους ακούει. Ο αφέντης να 'ναι καλά να γλεντάει το κυνήγι κι ύστερα γιατί όχι και στις ταβέρνες όπου θα διηγούνται τα κυνηγετικά κατορθώματα τους.

Τα ορτύκια, όταν σηκώνονται, αδιάφορο αν με το σκυλί ή απ' ευθείας από τον κυνηγό, πετούν σ' ένα δύο το πολύ τρία μέτρα ψηλά, ίσια κι όχι πάρα πολύ γρήγορα και στα 150-200 μέτρα, σπανιότερα πιο μακριά, ξαναπέφτουν. Αν λοιπόν, ο κυνηγός δεν βιάζεται να ρίχνει, ούτε ίσως παθιάζεται επειδή συμβαίνει να τον βλέπουν κι άλλοι κυνηγοί της ίδιας ή ξένης παρέας, αν έχει ελαφρές ριξιές γιομάτες μ' εννιάρια ή δεκάρια, κι αν δεν τ' αφήνει να ξεμακραίνουν πέρα από καμιά 20αριά μέτρα, δύσκολα θα σημειώνει επιτυχίες.

Οι καλοί κυνηγοί ία ντουφεκούν με εικοσάρια. Αλλά αυτοί είναι και καλοί και διαθέτουν πολλά ντουφέκια. Οπωσδήποτε όμως στα ορτύκια δεν συχωριέται να χάνονται τουφεκιές.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου